Επεισοδιακά
Το ποσοστό νερού στο ανθρώπινο σώμα κυμαίνεται ανάμεσα στο 45 με 75% ανάλογα με την ηλικία. Ο μέσος όρος είναι 60%, ενώ τα μωρά έχουν υψηλό ποσοστό νερού, που όσο μεγαλώνουν μειώνεται. Το νερό στο σώμα μας λειτουργεί σα το ρυθμιστή της θερμοκρασίας, το διαχειριστή των τοξινών και των αποβλήτων μας και τον λιπαντή των αρθρώσεών μας. Φυσικά χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μπορούμε να επιζήσουμε χωρίς τροφή για διάστημα τριών εβδομάδων, αλλά χωρίς νερό μόνο από τρείς μέχρι επτά το μέγιστο μέρες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το πρώτο που ψάχνουν σε έναν πλανήτη προκειμένου να αποτελεί αντικείμενο αποίκησης, είναι η ύπαρξη νερού. Και αυτό γιατί αποτελεί πηγή ζωής. Κάποιοι θεωρούν ότι ο επόμενος παγκόσμιος πόλεμος θα είναι για το νερό. Αν σκεφτεί βέβαια κανείς την Αφρική και τι αγώνας γίνεται για να εξασφαλιστεί επαρκές πόσιμο νερό, τότε καταλαβαίνει ότι αυτός ο πόλεμος έχει κηρυχθεί από καιρό τώρα. Απλά δεν έχει αγγίξει ακόμα τον πρώτο κόσμο. Κάποιες σκιές διέκριναν οι κάτοικοι του το καλοκαίρι που πέρασε, όταν διέκριναν τις πρώτες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο ότι ο Ρήνος άρχισε να στερεύει και ο Λίγηρας τον Αύγουστο μπορούσε κανείς να τον διασχίσει και περπατώντας. Αν λοιπόν ο χειμώνας δεν είναι γενναιόδωρος σε βροχές στα σημεία γης που χρειάζεται τον δραματικό χειμώνα που θα περάσουμε όσον αφορά την ενεργειακή κρίση θα τον διαδεχθεί ένα εξίσου δραματικό καλοκαίρι όσον αφορά τη λειψυδρία.
Μάνος Χατζιδάκις - Ανάγκη να σε πάρω εγώ - Official Audio Release - YouTube
Το αίμα νερό δε γίνεται...
Όλα αυτά που κοινοποιούνται τελευταία ότι συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες με κάνουν να ξανασκέφτομαι την παροιμία αλλιώς. Μακάρι το αίμα να γινόταν νερό. Οι πληγές να ξεπλένονταν και να μην άφηναν τις χαρακιές τους στις ψυχές, που δεν έφταιξαν, αλλά την πλήρωσαν. Μπορεί όλοι αν έχουν τα κότσια να κοιτάξουν πίσω από την κουρτίνα των ιδανικών οικογενειακών στιγμών και φωτογραφιών να δουν ένα σκελετό που κάποιοι τον έκρυψαν μέσα στη ντουλάπα, μέσα στο μπαούλο των καταχωνιασμένων εφιαλτών που έζησαν. Αλλά τον έσπρωξαν τόσο βαθιά στο υποσυνείδητο και έπεισαν σχεδόν ότι αυτό μπορεί και να μη συνέβη ποτέ. Ή με τα λόγια των δικών τους άλλων, ότι αυτό δεν έγινε όπως το θυμούνταν. Άλλωστε ήταν παιδιά και η μνήμη τους έπαιζε παιχνίδια Και να ι τα παιδικά παιχνίδια είναι και τα πιο επικίνδυνα, γιατί ακόμα τότε υπάρχει η άγνοια του κινδύνου. Αλλά είναι που περιμένεις από κάποια μάνα να σε προφυλάξει και να σε προστατεύσει. Αλλά δεν είναι όλες οι γυναίκες γεννημένες για μάνες. Αλλιώς βλέπουν τον κόσμο και τις προτεραιότητες τους. Άλλα θέλουν να αποδείξουν ότι αξίζει ο εαυτός τους στον περίγυρό τους. Διαφορετικά μετράνε τα πράγματα και αναμετριόνται με τη σκιά τους. Κι έτσι μεγαλώνουν σκιαγμένους ανθρώπους που αντλούν αξία από την βία και την εξουσία που επιβάλουν σε παιδιά. Και αυτή η βία μπορεί να είναι σωματική, όσο και ψυχολογική. Ο αντίκτυπος και στις δυο περιπτώσεις φαίνεται πολύ αργότερα στη συνέχεια. Το ασυνεχές του αίματος χαρακώνεται από το νερό που δε διαλύθηκε στο λάδι. Ματιασμένο θα ήταν το παιδί. Μη δίνει; βάση και σημασία. Θα του περάσει...
Νερό και αλάτι
Δύο άφησα πίσω. Ευτυχώς δύο γύρισα και βρίσκω. Αλλά δε γύρισα πίσω, γύρισα εμένα τα ανάποδα. Όπως βάζει κανείς στο πλυντήριο τα ρούχα να μη ξεβάψουν πάνω στα άλλα ρούχα το αίμα της πληγής. Μη το πάρει το νερό και αλάτι και ξεχάσω να θυμάμαι πως ξεδιψάει και δροσίζει το νερό. Άλλοι το φέρνουν με τις χούφτες, άλλοι με τα καντάρια υπόσχονται στους γάμους και άλλοι πάλι κατόπιν μελετών φτιάχνουν φράγματα και το διοχετεύουν με σωλήνες. Όσο να το κάνεις κανείς το αλάτι στην πληγή τσούζει. Το αίμα οι παλιοί έλεγαν ότι ξεθυμαίνει με αίμα. Εξού και οι βεντέτες και οι μονομαχίες. Το μέσα σκοτάδι και φως σε εναλλαγή. Και αν το φως της αλήθειας πέσει απότομα στο σκοτεινό δωμάτιο, τα μάτια θέλουν κάποια ώρα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Να ανοίξουν οι κλειστές πόρτες και τα κλειστά στόματα. Να λυθούν οι γλώσσες σα τα μάγια. Να ξεμουδιάσουν τα άκρα από την παραλυσία του φόβου που προκαλούσαν τα φαντάσματα του παρελθόντος σαν Ερινύες. Το δικό μας φάντασμα του παρελθόντος ήταν ο παππούς που δε γνώρισα. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που η μαμά μου με τη μητριά της είχαν μόλις έξι μήνες διαφορά. Όπως δεν ήταν τυχαίο που η μαμά μου έμεινε για πάντα παιδί για να διατηρήσει σαν άμυνα την παιδική αθωότητα που δεν έζησε. Άλλωστε χρειάστηκαν να περάσουν κοντά σαράντα χρόνια και κύματα για να καταλάβω και να συγχωρήσω. Όχι τη μαμά μου, αλλά αυτά που μας διαμόρφωσαν. Μια γιαγιά που δεν έκανε για μάνα, γιατί δεν ήξερε πως να εκφράσει την αγάπη της, πάρα μόνο σαν παροχή νερού, σαν πορτοφόλι, γιατί αυτό έχει εξουσία στα πράγματα. Αυτό είχε μάθει ότι μετράει. Θυμάμαι όταν συνοδεύσαμε τη γιαγιά μου στη τελευταία της κατοικία χιόνιζε. Ίσως γιατί έπρεπε να είναι όλοι και όλα παγωμένα και να γίνουν και να μείνουν έτσι. Για εκείνους που στερήθηκαν το μητρικό φίλτρο, δεν υπάρχει μαγικό φίλτρο, μόνο γλιστερό χιόνι που όταν πατηθεί πολύ λασπώνεται Και αν δε θέλεις κανείς να γλιστρήσει πρέπει να ρίξει αλάτι.
Τώρα μένω στο σπίτι, το σπιρτόκουτο αυτής της γιαγιάς μαζί με τα ζώα μου. Στο σπίτι που άφησε τη τελευταία της πνοή μόνη. Και ναι είναι φορές που βλέπω το γέρικο σκύλο μου και το τυφλό γάτο μου που αντιδρούν περίεργα. Σα να αντιλαμβάνονται κάποια παρουσία στο χώρο. Ο μεν γρυλίζει, ο δε επιτίθεται στον αέρα. Τί τα θες κυκλοφορούν ανάμεσα μας και ας μην αντιλαμβανόμαστε στα όρια του ανθρώπινου την παρουσία τους. Πολλά χρόνια αφού έφυγε από κοντά μας σα φυσική παρουσία, μάζεψα κάποια από τα ποιήματα της που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Πατρίς και από τις ξεθωριασμένα φύλα των πρωτοσέλιδων, τα έκανα αφίσα και τα έβαλα στον ένα τοίχο του σπιτιού. Δεν ξέρω αν μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Ξέρω ότι στοίχησαν και τι. Θυμάμαι τη φράση που είπε η κόρη στη μάνα ότι τα σάβανα δεν έχουν τσέπες. Αυτή τη φράση την άκουσα στα επτά νομίζω από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ήξερα τι είναι η τσέπη, δεν ήξερα τί είναι το σάβανο. Βιαστικά έχωσα το χέρι και έψαξα στις δικές μου τσέπες και βρήκα τις καραμέλες που μου είχε δώσει η γιαγιά μου. Άπλωσα τη χούφτα μου μπροστά και είπα στη μαμά μου που έκλαιγε να πάρε τις δικές μου. Δε τις ήθελε, δε τις πήρε. Δεν ήξερα πως αλλιώς να την παρηγορήσω.
Παρηγοριά για εμένα είναι η δόνηση της μουσικής που με συνεπαίρνει . Δεν υπάρχει καλή ή κακή μουσική. Όσο και αν απεχθάνομαι τα μαθηματικά, γεγονός είναι, ότι αποτελούν τη βάση της μουσικής. Γιατί η μουσική δεν είναι παρά δονήσεις υπολογίσιμες και υπολογισμένες. Ο συντονισμός που γίνεται μέσα μου με τους ήχους και την ενέργεια. Εντελώς αυτόματα αισθάνομαι ένα κύμα ευγνωμοσύνης και ανάτασης να με κατακλύζει. Πόσο θαυμάζω εκείνους τους καλλιτέχνες που καταφέρνουν να μου προκαλούν τέτοια διέγερση. Αν η μουσική ή φωνή αγκαλιάζονται με στίχους που με εκφράζουν, το "χτύπημα" είναι διπλό και δε θέλω ούτε να το προσπεράσω, αλλά ούτε και να το ξεπεράσω. Όπως στο νερό θέλω να βυθίζομαι μέσα του και να αισθάνομαι, ότι αντί να πέφτω, είναι σα να κρατάω στο χέρι μου ένα μπαλόνι που με εκτοξεύει στον ουρανό, τόσο ψηλά, που να αισθάνομαι την καρδιά μου που θέλει να σπάσει, αλλά πάλλεται ρυθμικά τόσο ανάλαφρη σα το διαυγές νερό. Ο υγρός ήχος της μουσικής που έρχεται σαν κύμα και με συντονίζει με τη διάσταση των πραγμάτων που έγιναν όπως έγιναν και δεν αλλάζουν. Μόνο η αντίληψη μου όσο περνάει ο χρόνος αλλάζει. Ίσως γλυκαίνει σα το γλυκό νερό της λίμνης.
Στην Ελλάς του2000 Στέλιος Καζαντζίδης Κατσιμίχας & Αντώνης Βαρδής & Χάρης Κατσιμίχας - YouTube



Σχόλια