Αουτς

Θυμάσαι πώς ήταν;
Έπεφτες και δε φοβόσουν να πέσεις. Ήξερες ότι με κάποια προσπάθεια και βοήθεια θα σηκωνόσουν. Εμπιστευόσουν! Τη στιγμή, την ευκαιρία, τους άλλους. Έτσι απλά φάνταζαν όλα.
Έπαιζες και δε βαριόσουν. Όλα ήταν παιχνίδι. Η λάσπη, το χώμα, η άμμος, οι μπουρμπουλήθρες.  Η γοητεία του παιχνιδιού. Αυτό μετρούσε. Και η αγάπη. Χωρίς όρια, μέτρα και διαχωρισμούς.  Δεν είχες μάθει να είσαι ανταγωνιστικός, διεκδικητικός. Δεν είχες την αίσθηση ότι κάτι σου ανήκει. Αν δε το μοιραζόσουν δεν είχε αξία. Η ουσία βρισκόταν στο κάνε ότι κάνω. Μοιραζόσουν τη χαρά και αυτό σε έκανε να γελάς δυνατά ακόμα και όταν αντιλαμβανόσουν ότι κάτι δεν έκανες σωστά. Ίσως τότε να γελούσες ακόμα πιο δυνατά. Ανοίκειο ήταν το ότι έφτανε η ώρα να χωρίζετε και να αποχωρίζεσαι τον άλλον και να χάνεις την ευκαιρία να συνεχίζεις να παίζεις. Σε αυτό το στάδιο η μίμηση ήταν το μέσο και η γέφυρα της επικοινωνίας.
Το πέρασμα δια πυρός και σιδήρου κάνει το σώμα μέταλλο και χαλυβδώνει. Το απλό και το απαλό ευτελίζεται και δεν έχει πια σημασία.
Έτσι μετά σε έμαθαν ότι δεν είναι όλα παιχνίδι. Σε έμαθαν τι είναι φόβος. Σε έμαθαν ότι όλα τα πράγματα όπως και οι άνθρωποι χωρίζονται σε κατηγορίες και σε δικά μου και δικά σου. Σε έμαθαν να τα φυλάς. Να τα κρύβεις και να τους κρύβεσαι. Σε έμαθαν τόσα να που ξέχασες το πως ήταν το πως. Ο τρόπος αυτός έγινε αν όχι εχθρός, ο ευάλωτος άλλος σου εαυτός. Σε έμαθαν μέσα από την ευθύνη και τη δυσκολία, ότι έτσι είναι η ζωή. Πόνος και φόβος. Και το βασικό πλέον ήταν πως να μάθεις να τα αποφεύγεις. Όλα και όλοι έχουν όρια. Και σε έμαθαν ότι πρέπει: Να προστατεύεσαι. Να υπερασπίζεσαι. Να υψώνεις τείχη.
Η ωρίμανση επιβάλει μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και των σωμάτων.
Ο βασικός διαχωρισμός του χρόνου σε ελεύθερο και χρόνου υποχρεώσεων, ευθυνών και οργάνωσης.
Εκεί το έχασα το παιχνίδι!
Η εμπειρία δεν εξηγείται. Πολύ πιο συχνά παρεξηγείται...
Θυμάμαι με κρατούσε σφιχτά από το χέρι ο πατέρας μου. Οι παλάμες μας ήταν νωπές. Αλλά δεν ξέρω αν ήταν από τον ιδρώτα ή από την αύρα της θάλασσας. Είχε έρθει να με μαζέψει από εκεί που είχα ξεφύγει.  Στεκόμασταν στο σημείο που έσκαγε το κύμα του ωκεανού. Εγώ σκασμένη στα γέλια από την ένταση των συναρπαστικών κυμάτων. Ενώ εκείνος σκασμένος από την αγωνία να φύγουμε από εκεί όσο πιο άμεσα γινόταν πριν γίνει το κακό. Δεν άργησε. Όλο κι όλο αυτό που έφτασε ήταν τρία απανωτά θεόρατα κύματα. Δεν έλυσαν τα μάγια, αλλά το σφίξιμο. Δεν έφταιγε εκείνος, εγώ  άφησα το χέρι του, αφού ήθελα να δω που θα με πήγαιναν τα κύματα. Βαθιά, πολύ βαθιά. Τόσο που ο πατέρας μου απεγνωσμένα αγωνιζόταν να κολυμπήσει να με φτάσει. Τι περιμένεις από ένα σχεδόν τριών χρονών ημιλιπόθυμο παιδί που έχουν γεμίσει τα πνευμόνια του θάλασσα; Εκεί την είδα να χαμογελάει μέσα στα ασπρογάλαζα εφτά πέπλα της. Μου χάιδεψε το κεφάλι, με έβγαλε στην επιφάνεια και όταν την ρώτησα: "πως σε λένε;" Λίγο πριν εξαφανιστεί χαμογελώντας και βρεθεί να με τραβήξει από το λαιμό ένας σέρφερ μου είπε Yemaya.
Αυτή ήταν η πρώτη μου κοντινή εμπειρία θανάτου και αποχωρισμού μάλλον. Αλλά δε φοβήθηκα ούτε εκείνη, ούτε τη θάλασσα που κατά πολλούς ορίζει. Ακριβώς το αντίθετο!
Κάπως έτσι τα παιδιά θυμούνται να ξεχνάνε... και παρακαλούν να αφήνονται στο να τα αφήνουν να μένουν πάντα παιδιά. Μέσα τους τουλάχιστον...βαθιά.

https://www.youtube.com/watch?v=75M1XXEZciU

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις