Nex(i)T
(1) Τάνια Τσανακλίδου - Κάποτε δεν ήμουνα εγώ - YouTube
Μαγική εικόνα: Πλατεία Τερψιθέας τη μπλε ώρα*.
Η διάχυση του φωτός στο μπλε του ουρανού ήταν τέτοια, που άνετα θα έλεγες ότι ο ουρανός σε κάποιο αδιόρατο σημείο του ορίζοντα, είχε σκύψει να αγκαλιάσει τη θάλασσα και να της πάρει τα φιλιά της. Και εσύ εκεί που περπατούσες ξαφνικά ακινητοποιήθηκες και μαζί σου σταμάτησε ο χρόνος. Μπροστά σου δύο παιδιά, όχι παραπάνω από έξι χρονών ουρλιάζουν συνεπαρμένα από τρελή χαρά. Στα μάτια τους αντανακλούν οι πίδακες νερού του συντριβανιού που υψώνονται και παίρνουν διαφορετικά χρώματα. Καθώς οι χρωματιστές λάμπες φωτίζουν διαδοχικά το νερό μωβ, κόκκινο, γαλάζιο, κίτρινο, πράσινο, πορτοκαλί και ξανά από την αρχή. "Κοίτα μαμά έχει μωβ νερό, όχι κόκκινο είναι το νερό! Μα καλά τί νερό είναι αυτό; Δεν είναι νερό, να το πιώ; Θέλω να πιώ το μωβ νερό!" Και όσο υψωνόταν το νερό, τόσο να δυναμώνουν οι χαρούμενες φωνές τους σε τέτοιο βαθμό που για να ξεδώσουν την ένταση της απόλυτα ευτυχισμένης στιγμής, άρχισαν να χοροπηδάνε επί τόπου. Τα παιδιά δεν έχουν δεύτερες σκέψεις, ζουν τη στιγμή με την αθωότητά τους σα θαύμα. Αν δε τους έχει εξηγήσει κάποιος για το φωτισμό και τα πρίσματα, τότε για εκείνα υπάρχει νερό που έχει διάφορα χρώματα και υπάρχει Άγιος Βασίλης. Οι μεγάλοι που ήταν μάρτυρες εκείνης της στιγμής χαμογελούσαν κάτω από τις μάσκες με τη χαρά των παιδιών. Αλήθεια, πόσο αναγκαίο είναι να εξηγούνται τα απλά πράγματα, ή τα θαύματα και να επιζητά κανείς την επεξήγηση τους; Αξίζει τον κόπο να διαλύει κάποιος τη μαγεία της στιγμής και των συναισθημάτων με λόγια παράταιρα; Καθώς μεγαλώνουμε τα πλαίσια των αντιλήψεων, μήπως ανάλογα συρρικνώνουμε τα περιθώρια των μικρών απολαύσεων; Και γιατί πρέπει να είναι μικρές; Για να μη χάνουν την πικάντικη γεύση τους και να μη συνηθίζουμε τη χαρά τους;
Κάθε φορά που μου εξηγούν ένα κόλπο, ή μου αποκαλύπτεται κάτι δε νιώθω ικανοποίηση. Αντίθετα, αισθάνομαι μια έλλειψη, μια εξαπάτηση. Πριν είχα φτιάξει τη δική μου εξήγηση και πορευόμουν μαζί της και ξαφνικά μου τη στερούν. Υστερίες και στερητικά σύνδρομα.
Έτσι όπως βλέπω την Νικολούλη να ρίχνει φως στο τούνελ του μυαλού όχι του Τζον Μάλκοβιτς, αλλά ενός πρώην συζύγου, νυν συζυγοκτόνου που δικαιολόγησε την αποτρόπαια πράξη του με το πρόσχημα του παιδιού, θλίβομαι και αναρωτιέμαι. Πόσο κρίμα είναι για το παιδί. Τη μητέρα που ήταν παιδί, που έφερε ένα παιδί στον κόσμο, αλλά δε θα το δει να μεγαλώνει. Για το παιδί που γέννησε, αλλά θα στερηθεί και μάνα και πατέρα. Για το παιδί που όταν θα μεγαλώσει και σκαλίσει την όλη υπόθεση, ποιος θα απαντήσει τα γιατί του. Για όλων των παιδιών που αδικούνται και ενίοτε αμαυρώνεται η ψυχή τους, ή στερούνται την παιδική αθωότητα τους τη ματιά στα πράγματα. Και αισθάνομαι σα να λέω Καλημέρα Θλίψη, όχι της Φρανσουαζ Σαγκάν, αλλά της δικής μου μάνας.
Με αφορμή, όλα αυτά σκέφτομαι εκείνη, που έκανε οικογένεια, όταν ήταν ακόμα παιδί. Αφού μέχρι τα εικοσιπέντε της είχε σχεδόν αποκτήσει επτά παιδιά, από τα οποία έμελλε να ζήσουν τα τρία. Και όλα αυτά για να μείνει η ίδια το παιδί που ποτέ δεν υπήρξε! Αλήθεια, έπρεπε να περάσουν πάνω από τριανταπέντε χρόνια για να μάθω ποια πραγματικά είναι και κυρίως γιατί. Τον ρόλο που ο παππούς που ποτέ δε γνώρισα έπαιξε στη ζωή της και πως κατ' επέκταση επηρέασε των υπολοίπων μας τις ζωές. Τον ήξερα με το επίθετο σε κανέναν μας δεν έδωσε το όνομα του. Όταν της είπε ο μπαμπάς, εσύ θα διαλέξεις το όνομα του δεύτερου γιού, έδωσε το όνομα του πατριού της, άλλωστε εκείνον είχε νιώσει για πατέρα. Ο πραγματικός της πατέρας ήταν εκείνος της Κυριακής, που μετά το φαι και το χαρτζιλίκωμα, την πήγαινε στα σπίτια της Φυλής και την πάρκαρε στον προθάλαμο. Και όταν δεν πήγαινε εκεί, έφερνε τη δουλειά του στο σπίτι. Και όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί οι αδερφές τάδε κοιμούνται στο κρεββάτι σου, της απάντησε μπορείς και εσύ αν θες. Ήταν μάλλον η προτελευταία φορά που τον είδε. Η τελευταία ήταν στον Ευαγγελισμό, στο νεκροκρέββατό του, όταν της ζητούσε συγνώμη για όλα! Και εκείνη δεν ξέρω αν σκέφτηκε αυτόν ή την ίδια, του την έδωσε και μετά σηκώθηκε και έφυγε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έπεσε στην αγκαλιά του πατριού της κλαίγοντας.
Η συγνώμη είναι σημαντικότερη για εκείνον που τη δίνει, για εκείνον που μένει πίσω, παρά για εκείνον που συγχωρείται. Γιατί πιο σκληρός και αμείλικτος κριτής και δικαστής είναι η συνείδηση, από ότι ο άλλος. Η συγνώμη του άλλου απαλύνει τις εντυπώσεις, δεν εκπίπτει των ευθυνών, των τύψεων και των συνεπειών. Εύχομαι στην επανάληψη της ιστορίας με άλλους όρους και ρόλους, όσο υπάρχει χρόνος ακόμα, να ελαφρύνουν οι ψυχές τους και η συγνώμη να γίνει η γέφυρα που θα τους φέρει πιο κοντά. Στο συγκεκριμένο θέμα θα μείνω ο αδύναμος κρίκος. Δεν έχει νόημα να παίξω άλλο ρόλο από το να μείνω απ' έξω, όσο οι ίδιοι αμετακίνητοι μένουν οχυρωμένοι στους τόσο ίδιους εγωισμούς τους. Προτιμώ να βλέπω τη μπλε ώρα σα τη διέξοδο του τώρα, που βγάζει στα επόμενα και όχι στα παραλειπόμενα.
Nick Cave & Warren Ellis "The Mother" - YouTube
*Για εκείνους που την αγνοούν, μπλε ώρα είναι το σαρραντάλεπτο περίπου διάστημα μετάβασης μεταξύ μέρας και νύχτας και αντίστροφα. Ακριβώς πριν το ξημέρωμα και μετά τη δύση. Αυτό είναι το χρονικό περιθώριο κατά τη διάρκεια του οποίου πολλές από τις φωτογραφίες που συλλαμβάνει ο φακός, δε μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πότε τις έχει πάρει ο φωτογράφος μέρα ή νύχτα. Μαγικό διάστημα!



Σχόλια