Για γέλια...μπα για κλάματα

Πλάκα με κάνεις; Ναι σε χτίζω σε τοίχους. Τους ορθώνω μπροστά σου για ανα τους διαπεράσεις, αλλά εσύ ούτε κάν τους κατεδαφίζεις. Προτιμά να περνάς την ώρα σου αλλιώς... Δια πυρός και σιδήρου! Αλήθεια αναρωτηθήκες τελευταία με τί γελάμε; Με κουφά ανέκδοτα, σαχλαμάρες της στιγμής και γκάφες και κατα βάση με τα ίδια μας τα χάλια.
Στη καλύτερη άντε και με κανένα παιδάκι και την αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη καθημερινότητα. Μου χαμογελάς τουλάχιστον τώρα, οπως με διαβάζεις, έτσι δεν είναι;!
Όμως τα παιδιά δεν είναι αθώα, είναι τρομερά. Εμείς θέλουμε να τα βλέπουμε σαν αθώα για να εξαγνίζουμε τη ματιά μας και να απαλασόμαστε απο τις τύψεις που τα φέρνουμε στο δικό μας κόσμο. Όχι ειλικρινά και θέλω την άποψη σου, ο κόσμος σήμερα γιατι δε γελάει; Αντε να σκάσει ένα χαμόγελο του στυλ να μην ξεχνιόμαστε. Μόνο τότε όταν αφηνόμαστε υπάρχει το περιθώριο να πέσει η μάσκα και να χαραχτεί στα χείλη σα μετά απο λίφτινγκ, ή γλύφτινγκ όπως το λεγε η γιαγιά μου.
Ξέρω πως στην πλάκα λέγονται τα πιο σοβαρά πράγματα. Ίσως γιατι εκεί η βαρύτητα τους γίνεται πιο ανεκτή. Αλλιώς ολοι μας την αντιλαμβανόμαστε και είμαστε πιο ανοιχτοι.
Θέλω να γελάσω. Πές μου κάτι έξυπνο που δε θα είναι κουφό, ρατσιστικό, αλλά ουσιατικό. Μπορείς;
Ασβεστος γέλως
Γιατί γελάμε; Τι προκαλεί το γέλιο; Η κοινωνική λειτουργία του αναλύεται στο κλασικό δοκίμιο του Ανρί Μπερξόν, που είχε μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1914 από τον Νίκο Καζαντζάκη.
ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΟΚΟΥ
η δε κωμωδία διά το μη σπουδάζεσθαι εξ αρχής έλαθεν... Αριστοτέλους, Περί ποιητικής, 1449 a.
Εναν αιώνα ένδοξου βίου θα γιορτάσει πανηγυρικά σε λίγο το μπερξονικό Γέλιο, με τον διευκρινιστικό υπότιτλο Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού (1900), εφόσον στην πραγματικότητα συγκεντρώνει τρία άρθρα δημοσιευμένα σε γαλλικό περιοδικό στις αρχές του 1899, με τα οποία επιχειρείται η κωδικοποίηση των βασικών γνωρισμάτων του κωμικού και προτείνεται μια συνοπτική τυπολογία του (το κωμικό των μορφών και των κινήσεων, το κωμικό των καταστάσεων και των λέξεων, το κωμικό των χαρακτήρων). Θα μπορούσε να εκπλαγεί κάποιος με την «τολμηρή» ή «απόκοττη» κίνηση ενός ήδη καθιερωμένου 40χρονου φιλοσόφου να στρέψει την προσοχή του από τη μείζονα περιοχή των «δεδομένων της συνείδησης» (1889) και των προβλημάτων της μνήμης (1896) στο γέλιο, δηλαδή σε ένα θέμα καταχωρισμένο συνήθως ως ανυπόληπτο και απαξιωμένο στις δέλτους της ανθρώπινης κουφότητας, της απαράδεκτης ελαφρότητας. Ο Μπερξόν σπεύδει βεβαίως να υπογραμμίσει εξαρχής ότι ακριβώς με αυτό το «μικρό πρόβλημα» ασχολήθηκαν όλοι σχεδόν οι μεγάλοι στοχαστές και ως ένδειξη του γεγονότος ότι η επιστημονική κοινότητα το μελετά εξακολουθητικά παραθέτει στα 1924, όταν το Γέλιο του έχει ήδη σημειώσει λαμπρή επιτυχία και πραγματοποιεί την 23η έκδοσή του, εκτενή κατάλογο σοβαρών δημοσιευμάτων της τελευταίας τριακονταετίας που πιστοποιούν όντως τα λεγόμενά του.
Στις γενικές και προκαταρκτικές παρατηρήσεις του για την υφή του κωμικού ο Μπερξόν επιμένει ιδιαίτερα σε τρία σημεία: στον γνωστό από την αρχαιότητα ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που μπορεί να γελά, καθ' ότι «ζώον γελαστικόν», προσθέτει με έμφαση πως ο άνθρωπος, εκτός από υποκείμενο, είναι και αποκλειστικό αντικείμενο γέλωτος, καθώς αυτός μόνος (ή ό,τι ανθρωπόμορφο) προκαλεί το γέλιο των ομοίων του, έτσι ώστε να μην υφίσταται κωμικό εκτός ανθρωπίνου πλαισίου. Κατά δεύτερο λόγο, το γέλιο έχει ως φυσικό περιβάλλον την αταραξία, την αδιαφορία, μια θυμική χάλαση, ένα είδος αναισθησίας· δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του από τη συγκίνηση και την οιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή. Το γέλιο απαιτεί κάτι σαν στιγμιαία νάρκωση του ψυχισμού, απευθύνεται καθαρά στο πνεύμα, στον νου, και όχι στην καρδιά που θα μετατρέψει ακαριαία την κωμωδία σε δράμα· είναι μάλλον εγκεφαλικό παρά θυμικό. Και, τρίτον, η συλλογικότητα είναι σχεδόν σήμα κατατεθέν του γέλιου: κανείς (εχέφρων) δεν απολαμβάνει το κωμικό μονάχος του· το γέλιο μοιάζει να χρειάζεται την ηχώ, τον διπλασιασμό, τον πολλαπλασιασμό του για να ολοκληρωθεί. Το γέλιο είναι πάντα γέλιο μιας παρέας, μιας ομάδας, ενός κοινωνικού στρώματος, διέπεται από ένα είδος συντροφικότητας, σχεδόν συνενοχής. Για να κατανοήσουμε το γέλιο πρέπει να το εντάξουμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρά του, στην κοινωνία στην οποία ανήκει. Πρωτίστως ασκεί μια κοινωνική λειτουργία και αυτή είναι η κατευθυντήρια γραμμή της μπερξονικής αντίληψης: το γέλιο έχει κοινωνική σημασία.
(tovima.dolnet.gr/data/D1998/D1011/1bis9b.jpg)
Γιατί γελάμε; Τι προκαλεί το γέλιο; Η κοινωνική λειτουργία του αναλύεται στο κλασικό δοκίμιο του Ανρί Μπερξόν, που είχε μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1914 από τον Νίκο Καζαντζάκη.
ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΟΚΟΥ
η δε κωμωδία διά το μη σπουδάζεσθαι εξ αρχής έλαθεν... Αριστοτέλους, Περί ποιητικής, 1449 a.
Εναν αιώνα ένδοξου βίου θα γιορτάσει πανηγυρικά σε λίγο το μπερξονικό Γέλιο, με τον διευκρινιστικό υπότιτλο Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού (1900), εφόσον στην πραγματικότητα συγκεντρώνει τρία άρθρα δημοσιευμένα σε γαλλικό περιοδικό στις αρχές του 1899, με τα οποία επιχειρείται η κωδικοποίηση των βασικών γνωρισμάτων του κωμικού και προτείνεται μια συνοπτική τυπολογία του (το κωμικό των μορφών και των κινήσεων, το κωμικό των καταστάσεων και των λέξεων, το κωμικό των χαρακτήρων). Θα μπορούσε να εκπλαγεί κάποιος με την «τολμηρή» ή «απόκοττη» κίνηση ενός ήδη καθιερωμένου 40χρονου φιλοσόφου να στρέψει την προσοχή του από τη μείζονα περιοχή των «δεδομένων της συνείδησης» (1889) και των προβλημάτων της μνήμης (1896) στο γέλιο, δηλαδή σε ένα θέμα καταχωρισμένο συνήθως ως ανυπόληπτο και απαξιωμένο στις δέλτους της ανθρώπινης κουφότητας, της απαράδεκτης ελαφρότητας. Ο Μπερξόν σπεύδει βεβαίως να υπογραμμίσει εξαρχής ότι ακριβώς με αυτό το «μικρό πρόβλημα» ασχολήθηκαν όλοι σχεδόν οι μεγάλοι στοχαστές και ως ένδειξη του γεγονότος ότι η επιστημονική κοινότητα το μελετά εξακολουθητικά παραθέτει στα 1924, όταν το Γέλιο του έχει ήδη σημειώσει λαμπρή επιτυχία και πραγματοποιεί την 23η έκδοσή του, εκτενή κατάλογο σοβαρών δημοσιευμάτων της τελευταίας τριακονταετίας που πιστοποιούν όντως τα λεγόμενά του.
Στις γενικές και προκαταρκτικές παρατηρήσεις του για την υφή του κωμικού ο Μπερξόν επιμένει ιδιαίτερα σε τρία σημεία: στον γνωστό από την αρχαιότητα ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που μπορεί να γελά, καθ' ότι «ζώον γελαστικόν», προσθέτει με έμφαση πως ο άνθρωπος, εκτός από υποκείμενο, είναι και αποκλειστικό αντικείμενο γέλωτος, καθώς αυτός μόνος (ή ό,τι ανθρωπόμορφο) προκαλεί το γέλιο των ομοίων του, έτσι ώστε να μην υφίσταται κωμικό εκτός ανθρωπίνου πλαισίου. Κατά δεύτερο λόγο, το γέλιο έχει ως φυσικό περιβάλλον την αταραξία, την αδιαφορία, μια θυμική χάλαση, ένα είδος αναισθησίας· δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του από τη συγκίνηση και την οιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή. Το γέλιο απαιτεί κάτι σαν στιγμιαία νάρκωση του ψυχισμού, απευθύνεται καθαρά στο πνεύμα, στον νου, και όχι στην καρδιά που θα μετατρέψει ακαριαία την κωμωδία σε δράμα· είναι μάλλον εγκεφαλικό παρά θυμικό. Και, τρίτον, η συλλογικότητα είναι σχεδόν σήμα κατατεθέν του γέλιου: κανείς (εχέφρων) δεν απολαμβάνει το κωμικό μονάχος του· το γέλιο μοιάζει να χρειάζεται την ηχώ, τον διπλασιασμό, τον πολλαπλασιασμό του για να ολοκληρωθεί. Το γέλιο είναι πάντα γέλιο μιας παρέας, μιας ομάδας, ενός κοινωνικού στρώματος, διέπεται από ένα είδος συντροφικότητας, σχεδόν συνενοχής. Για να κατανοήσουμε το γέλιο πρέπει να το εντάξουμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρά του, στην κοινωνία στην οποία ανήκει. Πρωτίστως ασκεί μια κοινωνική λειτουργία και αυτή είναι η κατευθυντήρια γραμμή της μπερξονικής αντίληψης: το γέλιο έχει κοινωνική σημασία.
(tovima.dolnet.gr/data/D1998/D1011/1bis9b.jpg)


Σχόλια