Τα δάνεια της αλήθειας
Αϋπνία. Η υπέρτατή σου τιμωρία. Μια γεύση θανάτου στυφή στα χείλη σου επάνω άφηνε. Και εσύ φοβόσουν. Φοβόσουν τα πρωινά που περνούν φωτεινά και άδεια. Έτσι άνοιγαν τα μάτια σου κάποτε, χωρίς να έχουν αντικρύσει τα όνειρα που έχει ο θεός για μήτρα. Δεν έχεις ακούσει ποτε πως τραγουδάνε χίλια ναι. Μπερδεμένος καθώς σου χτένιζαν τα βλέφαρα οι σκέψεις δεν πλανευόσουν. Δε σε άφηναν οι τσιγγούνικες αλήθειες και τα σταγονίδια της βεβαιότητας και της ασφάλειας που αναζητούσες να βυθιστείς. Σαν αόρατα σωσίβια επιτελούσαν τη δέσμευση της συνειδητότητάς σου, να σε κρατάν ψηλά στον αφρό των κυμάτων να παραδέρνεις ακούγοντας τη φωνή μου να προσπαθεί μάταια να σε νανουρίσει σα τυφλός βοηθός του μάγου λόγου. Μάταιη και παράλογη προσπάθεια! Δεν αφηνόσουν. Δεν ακολουθούσες το φάρο της ψυχής σου που θα σε οδηγούσε στων τόπων τις κρίσιμες ώρες που σπάνια συμπίπτουν. Εκεί που το όνειρο σημαίνει φτερούγα ύπνου απο κερί που τον ήλιο ερωτεύεται και λιώνει.
Προτιμούσες να δίνεις τη δικιά σου μάχη. Να ματώνεις. Να έρχεσαι σα βάρβαρος πολεμιστής να αντιμετωπίσεις την ώρα του εαυτού σου που έχει πέσει. Και έτσι πεσμένος και σχεδόν νικημένος να προσπαθείς να γίνεις ομορφότερος μα να μένεις όντως μόνος σου έγραψε ο πόνος. Ο πόνος του χρόνου που σε κάθε του ριπή εξακολουθούσε να σου θυμίζει πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα. Είσαι το χιόνι που έλιωσε και κύλησε σα νερό στις αυλακιές του προσώπου σου. Είσαι η άγρια ρίζα. Είσαι η γή που προσμένει να ποτιστεί απο τη γλύκα του ονείρου, απο τα χρώματα του αυριανού χειμωνιάτικου δειλινού. Κι όμως εξακολουθείς να μην αφήνεσαι στα όνειρα που σα κύμματα προσπαθούν κι αυτά μάταια να γαληνέψουν τη τρικυμία της ψυχής σου. Κι οτι αντέχεις τέτοια ανέχεια λέω μην είναι όνειρο. Μα το βλέπω στα βλεφαρά σου που αν και βαραίνουν, ανοιγοκλείνουν απελπισμένα, ζείς τους εφιάλτες σου. Μια ζωή χωρίς ύπνο ήρεμο, χωρίς όνειρα, με δεκανίκια τα ηρεμιστικά και υπνωτικά χάπια που παίρνεις μέσα απο το μπουλακάκι που είναι ακουμπισμένο δίπλα στο κομοδίνο σου. Ο λήθαργος σε προλαβαίνει και σε βυθίζει σα μια άλλη άγκυρα σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα μα με σκέψεις αδιέξοδες που τείνεις να πιστέψεις. Εγώ δε βλέπω όνειρα λές. Εγώ βλέπω μόνο της πραγματικότητας τα αποκαίδια. Ο ύπνος είναι χρήσιμος μόνο όταν αναλύεις τις καταστάσεις που έζησες. Στον ύπνο μου λές για άλλη μια φορά καταλαβαίνω πως περνάει ο καιρός και μας ξεφεύγει σαν άμμος μέσα απο τα χέρια, όταν επιδιδόμαστε στο κυνήγι του ονείρου. Μόνο όταν ουσιαστικά έχουμε κατανοήσει οτι ζούμε σε τέτοιους καιρούς που οι άνθρωποι δεν μπιστεύονται παρα τους λαβωμένους κι όσοι μας μίλαγαν για επιλογές ήταν όλοι μπάσταρδοι και πέρα για πέρα πουλημένοι. Δεν έχουμε την επιλογή του ονείρου, δε το καταλαβαίνεις και πέφτεις στην παγίδα τους μου φώναζες κάθε φορά που αναρωτιόμουν φωναχτά για να μου πείς αν θα υπάρξει τόπος να σε ξαναδώ πρώτη φορά, ένας τόπος αιωνιότητας να σφραγιστώ στην εντολή σου πέρα απο τα όνειρα μας. Αλλά η αφέλεια μου με καταδίωκε αδιάκοπα. Δεν ήθελα να δώ οτι δε μοιραζόμασταν τα όνειρα μας. Εσύ απο άμυνα κι εγώ απο φαντασία θα τη βρούμε! Όταν θα μας έχουν πάρει παραμάσχαλα τα κεφάλια οι ξεφτισμένες ιδεολογίες μας. Αυτές που σα σκουριασμένες άγκυρες τραβάν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τα χνώτα των στιγμών μας. Εγώ να προσμένω τον ύπνο σα λύτρωση γιατι αυή είναι η ανάπαυλα του χόνου μου παρέχει θεωρείς τη ψευδαίσθηση οτι θα σε ξαναβρώ αναλοίωτο μακρυά απο τα σημάδια που το σήμερα αφήνει μέσα στη ψυχή σου, πάνω στο δέρμα σου, στο κουρασμένο σου το σώμα και σ'αυτό το πρόσωπο, στο φώς που αντανακλούν τα δυό σου μάτια.
Ακούω τις μεθυστικές λέξεις που ξεχύνονται σα φλόγες απο τα πυρακτωμένα σου χείλη. Άλλες λέξεις που δεν έχεις διαλέξει. Άλλα λόγια αιώνια και συνηθισμένα που ταιριάζουν σ'εσένα αλλά αρνείσαι να τα ξεστομίσεις. Φοβάσαι κι εκείνα τα λόγια όπως και τα όνειρα τους και τις προσδοκίες που εγκυμονούν τα νοήματά τους. Προτιμάς να μην ακουστείς να τα λές ούτε στο σκοτάδι, ούτε στο παραμιλητό σου. Γι'αυτό φοβάσαι να κοιμηθείς, όχι μην πάει και δείς όνειρα. Μην πάει και τα ζήσεις, αλλά προς θεού μην παραδεχτείς ποτέ οτι τα ζείς. Όλα τα άλλα δικαιολογίες και αφορμές. Μικρές ρωγμές στα θεμέλια της αυταπάτης σου. Προτιμάς να ανάψεις τσιγάρο. Να φυλακιστούν τα χείλη σου γύρω απο μια γεύση θανάτου πιο σίγουρη απο τον εφιάλτη σου. Έτσι κράτησε φυλακισμένα τα χείλη που λατρεύω να φιλώ στην άλλη τους καταδίκη να πιστεύουν οτι δεν πείθουν οι σιωπές τους. Βλέπεις τώρα τελευταία εκεί σε συναντώ αληθινά, όταν δεν έχουν μαντέψει τη δύναμη που κάνει την αγάπη εφάμιλλη του θανάτου.
Λές οτι σωπαίνεις για να μη ταράξεις τον ύπνο του δικαίου, όπου έχω βυθιστεί. Μα η αλήθεια είναι άλλη. Εσύ είσαι εκείνος που σαν πρωτότυπος έχεις δικάσει τις λέξεις στην ανυπαρξία τους. Αλλά δεν έχει ούτε μία πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα εξυπνάδα με την οποία τις έχεις περιβάλει, τις έχεις προσβάλει και τις έχεις εξοστρακίσει άηχες να μην εκφράζουν παρα μόνο σκέψεις. Εκείνες όμως με επισκέπτονται καθώς τώρα το πήρα απόφαση χωρίς να το αντιληφθείς κάν. Γύρισα το χρόνο πίσω, άδειασα το μπουκαλάκι που 'χεις πάνω στο κομοδίνο μέσα στα σωθικά μου, όταν εσυ δε κοιτούσες. Όταν μου γύρισες και πάλι την πλάτη για να προσπαθήσεις να αντιμετωπίσεις τη τυρανική σου αϋπνία.
Και τώρα πλέον ξέρω κάτι που εσύ αγνοείς και θα εξακολουθείς να αγνοείς και μπορεί και να μη καταλάβεις ποτέ. Ξέρω οτι ο θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου. Θα βλέπει τα όνειρά σου. Θα μιλάει με τη φωνή σου. Θα αγγίζει με τα δάχτυλά σου. Θα αγκαλιάζει με τα χέρια σου. Θα λέει όσα εσύ δε τόλμησες. Θα νιώθει όσα αρνήθηκες. Θα σβήνει την απουσία. Θα σβήνει σα σε όνειρο τη φωτιά. Και οι φλόγες που θα καίνε μεσ'τα μάτια σου σα δάκρυα θα σε λυτρώσουν αγάπη μου απο το βάσανο της ανάγκης του να ζείς χωρίς να ονειρεύεσαι τη ζωή. Αυτή τη φορά το τελευταίο λόγο τον έχω εγώ. Σ' αγαπώ και μετά σιωπή. Κλείνω τα μάτια είμαι εσύ κι ονειρεύομαι για πρώτη και τελευταία φορά.
Προτιμούσες να δίνεις τη δικιά σου μάχη. Να ματώνεις. Να έρχεσαι σα βάρβαρος πολεμιστής να αντιμετωπίσεις την ώρα του εαυτού σου που έχει πέσει. Και έτσι πεσμένος και σχεδόν νικημένος να προσπαθείς να γίνεις ομορφότερος μα να μένεις όντως μόνος σου έγραψε ο πόνος. Ο πόνος του χρόνου που σε κάθε του ριπή εξακολουθούσε να σου θυμίζει πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα. Είσαι το χιόνι που έλιωσε και κύλησε σα νερό στις αυλακιές του προσώπου σου. Είσαι η άγρια ρίζα. Είσαι η γή που προσμένει να ποτιστεί απο τη γλύκα του ονείρου, απο τα χρώματα του αυριανού χειμωνιάτικου δειλινού. Κι όμως εξακολουθείς να μην αφήνεσαι στα όνειρα που σα κύμματα προσπαθούν κι αυτά μάταια να γαληνέψουν τη τρικυμία της ψυχής σου. Κι οτι αντέχεις τέτοια ανέχεια λέω μην είναι όνειρο. Μα το βλέπω στα βλεφαρά σου που αν και βαραίνουν, ανοιγοκλείνουν απελπισμένα, ζείς τους εφιάλτες σου. Μια ζωή χωρίς ύπνο ήρεμο, χωρίς όνειρα, με δεκανίκια τα ηρεμιστικά και υπνωτικά χάπια που παίρνεις μέσα απο το μπουλακάκι που είναι ακουμπισμένο δίπλα στο κομοδίνο σου. Ο λήθαργος σε προλαβαίνει και σε βυθίζει σα μια άλλη άγκυρα σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα μα με σκέψεις αδιέξοδες που τείνεις να πιστέψεις. Εγώ δε βλέπω όνειρα λές. Εγώ βλέπω μόνο της πραγματικότητας τα αποκαίδια. Ο ύπνος είναι χρήσιμος μόνο όταν αναλύεις τις καταστάσεις που έζησες. Στον ύπνο μου λές για άλλη μια φορά καταλαβαίνω πως περνάει ο καιρός και μας ξεφεύγει σαν άμμος μέσα απο τα χέρια, όταν επιδιδόμαστε στο κυνήγι του ονείρου. Μόνο όταν ουσιαστικά έχουμε κατανοήσει οτι ζούμε σε τέτοιους καιρούς που οι άνθρωποι δεν μπιστεύονται παρα τους λαβωμένους κι όσοι μας μίλαγαν για επιλογές ήταν όλοι μπάσταρδοι και πέρα για πέρα πουλημένοι. Δεν έχουμε την επιλογή του ονείρου, δε το καταλαβαίνεις και πέφτεις στην παγίδα τους μου φώναζες κάθε φορά που αναρωτιόμουν φωναχτά για να μου πείς αν θα υπάρξει τόπος να σε ξαναδώ πρώτη φορά, ένας τόπος αιωνιότητας να σφραγιστώ στην εντολή σου πέρα απο τα όνειρα μας. Αλλά η αφέλεια μου με καταδίωκε αδιάκοπα. Δεν ήθελα να δώ οτι δε μοιραζόμασταν τα όνειρα μας. Εσύ απο άμυνα κι εγώ απο φαντασία θα τη βρούμε! Όταν θα μας έχουν πάρει παραμάσχαλα τα κεφάλια οι ξεφτισμένες ιδεολογίες μας. Αυτές που σα σκουριασμένες άγκυρες τραβάν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τα χνώτα των στιγμών μας. Εγώ να προσμένω τον ύπνο σα λύτρωση γιατι αυή είναι η ανάπαυλα του χόνου μου παρέχει θεωρείς τη ψευδαίσθηση οτι θα σε ξαναβρώ αναλοίωτο μακρυά απο τα σημάδια που το σήμερα αφήνει μέσα στη ψυχή σου, πάνω στο δέρμα σου, στο κουρασμένο σου το σώμα και σ'αυτό το πρόσωπο, στο φώς που αντανακλούν τα δυό σου μάτια.
Ακούω τις μεθυστικές λέξεις που ξεχύνονται σα φλόγες απο τα πυρακτωμένα σου χείλη. Άλλες λέξεις που δεν έχεις διαλέξει. Άλλα λόγια αιώνια και συνηθισμένα που ταιριάζουν σ'εσένα αλλά αρνείσαι να τα ξεστομίσεις. Φοβάσαι κι εκείνα τα λόγια όπως και τα όνειρα τους και τις προσδοκίες που εγκυμονούν τα νοήματά τους. Προτιμάς να μην ακουστείς να τα λές ούτε στο σκοτάδι, ούτε στο παραμιλητό σου. Γι'αυτό φοβάσαι να κοιμηθείς, όχι μην πάει και δείς όνειρα. Μην πάει και τα ζήσεις, αλλά προς θεού μην παραδεχτείς ποτέ οτι τα ζείς. Όλα τα άλλα δικαιολογίες και αφορμές. Μικρές ρωγμές στα θεμέλια της αυταπάτης σου. Προτιμάς να ανάψεις τσιγάρο. Να φυλακιστούν τα χείλη σου γύρω απο μια γεύση θανάτου πιο σίγουρη απο τον εφιάλτη σου. Έτσι κράτησε φυλακισμένα τα χείλη που λατρεύω να φιλώ στην άλλη τους καταδίκη να πιστεύουν οτι δεν πείθουν οι σιωπές τους. Βλέπεις τώρα τελευταία εκεί σε συναντώ αληθινά, όταν δεν έχουν μαντέψει τη δύναμη που κάνει την αγάπη εφάμιλλη του θανάτου.
Λές οτι σωπαίνεις για να μη ταράξεις τον ύπνο του δικαίου, όπου έχω βυθιστεί. Μα η αλήθεια είναι άλλη. Εσύ είσαι εκείνος που σαν πρωτότυπος έχεις δικάσει τις λέξεις στην ανυπαρξία τους. Αλλά δεν έχει ούτε μία πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα εξυπνάδα με την οποία τις έχεις περιβάλει, τις έχεις προσβάλει και τις έχεις εξοστρακίσει άηχες να μην εκφράζουν παρα μόνο σκέψεις. Εκείνες όμως με επισκέπτονται καθώς τώρα το πήρα απόφαση χωρίς να το αντιληφθείς κάν. Γύρισα το χρόνο πίσω, άδειασα το μπουκαλάκι που 'χεις πάνω στο κομοδίνο μέσα στα σωθικά μου, όταν εσυ δε κοιτούσες. Όταν μου γύρισες και πάλι την πλάτη για να προσπαθήσεις να αντιμετωπίσεις τη τυρανική σου αϋπνία.
Και τώρα πλέον ξέρω κάτι που εσύ αγνοείς και θα εξακολουθείς να αγνοείς και μπορεί και να μη καταλάβεις ποτέ. Ξέρω οτι ο θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου. Θα βλέπει τα όνειρά σου. Θα μιλάει με τη φωνή σου. Θα αγγίζει με τα δάχτυλά σου. Θα αγκαλιάζει με τα χέρια σου. Θα λέει όσα εσύ δε τόλμησες. Θα νιώθει όσα αρνήθηκες. Θα σβήνει την απουσία. Θα σβήνει σα σε όνειρο τη φωτιά. Και οι φλόγες που θα καίνε μεσ'τα μάτια σου σα δάκρυα θα σε λυτρώσουν αγάπη μου απο το βάσανο της ανάγκης του να ζείς χωρίς να ονειρεύεσαι τη ζωή. Αυτή τη φορά το τελευταίο λόγο τον έχω εγώ. Σ' αγαπώ και μετά σιωπή. Κλείνω τα μάτια είμαι εσύ κι ονειρεύομαι για πρώτη και τελευταία φορά.


Σχόλια