Μαύρα η λάμα μου
Αυτό τον καιρό, είμαι σε αναστολή από τη δουλειά μου. Από τα δεκαέξι μου δουλεύω, τα αδέρφια μου από τα δώδεκα, οπότε μπορείς να με πεις προνομιούχα. Παιδία μεταναστών. Ο μπαμπάς μου μας έμαθε την αξία της δουλειάς. Να είσαι χρηστός στην κοινωνία και φυσικά να αμοίβεσαι για αυτό. Εκείνος δούλευε από όσο θυμόταν, παιδί αγνοούμενου πολέμου, του δεύτερου παγκόσμιου, παιδί της κατοχής. Ο παππούς ποτέ δε βρέθηκε. Φήμες ή δοξασίες έλεγαν ότι η βάρκα του που μετέφερε τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης από το Κατάκολο στο νησί των δικαίων, τη Ζάκυνθο εν καιρώ πολέμου, έπεσε σε ενέδρα των κατοχικών δυνάμεων και βυθίστηκε. Ο παππούς άραζε τη βάρκα στο λιμάνι του Κατάκολου δίπλα από τη βάρκα του αείμνηστου Λάτση που ήταν γέννημα-θρέμμα της περιοχής και το Σεπτέμβρη του 2018 το λιμάνι του πήρε το όνομα του.
Αν και τίποτα δε γίνεται τυχαία, αλλά μοιραία. Ο μπαμπάς μου από καπρίτσιο της τύχης και αναζητώντας μια καλύτερη, έπαιξε κορώνα γράμματα τη ζωή του. Κορώνα ήταν η Αυστραλία και γράμματα η Αργεντινή. Το κέρμα προσγειώθηκε στην πλευρά της κορώνας, βρέθηκε στην Αυστραλία. Εκεί δούλεψε από το 1965-1978 έχοντας βάλει στόχο να εξασφαλίσει για την οικογένεια που έκανε στο ενδιάμεσο διάστημα μια καλύτερη ζωή με τη βοήθεια της μαμάς μου και του κράτους που τους έδωσε τις προοπτικές και τις κατάλληλες συνθήκες τα κατάφεραν.
Τότε ήταν που γυρίσαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα, είχαν προσπαθήσει ενδιάμεσα άλλες δύο φορές, αλλά είχαν πέσει τη μία στο πραξικόπημα δικτατορίας και την άλλη στην Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Οι λόγοι που γυρίσαμε ήταν κατά βάση οι γιαγιάδες, ο νόστος και το γραμμάτιο.
Ο μπαμπάς μου ήταν μια ζωή προστάτης οικογενείας. Στην αρχή της πατρογονικής του και στη συνέχεια και της δικής του. Εκτός από την ορφάνια, είχε να πληρώνει το γραμμάτιο της μικρότερης αδελφής του. Βλέπετε, λόγω πολιομυελίτιδας, η Ζάκυνθος τότε δεν είχε νοσοκομείο το πιο κοντινό ήταν στην Πάτρα, μέχρι να φτάσουν με τη βάρκα σε καιρό εμφυλίου πολέμου, η θεία μου έμεινε παραπληγική με αναγνωρισμένη από το κράτος 67% αναπηρία στα ατροφικά της πόδια. Δύσκολοι καιροί, τα τότε χρόνια, πέρασε κάποιο καιρό σε ένα ίδρυμα μέχρι να μάθει να περπατάει με ειδικά σίδερα. Το 1953 ήρθε και ο σεισμός στη Ζάκυνθο, ισοπεδώθηκε το νησί και η ζωή. Ίσως ήταν από τις εξυπνότερες γυναίκες που έχω γνωρίσει, είχε αδυναμία στον εθνάρχη και τον Πάριο και δίψα για ζωή, παρόλο που δεν είχε πάει σχολείο, είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει από τα αδέλφια της. Διάβαζε και το φλυτζάνι και χάρη σε αυτό, αλλά περισσότερο χάρη στην προσωπικότητα της είχε πολλές φίλες. Αργότερα μικρά τα ανήψια της λέγαμε ότι είχαμε θεία τη βιονική γυναίκα ή μάλλον πιο εύστοχα το ρόμποκοπ. Μια που η Μαύρα, έτσι ήταν το όνομα της με ένα μπόνους το Διονυσία, προς τιμήν του παππού, λειτουργούσε σα την οικογενειακή γκεστάπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνεις κάτι και να περάσει απαρατήρητο! Τί τα θες; Το θεωρούσε οικογενειακό καθήκον και έτσι ας πούμε αλάφραινε το "βάρος", ή τουλάχιστον το εξισορροπούσε. Μαύρα ήταν μια, αλλά λέων.Δε νομίζω ότι θεώρησε ποτέ τον εαυτό της σα γραμμάτιο, περισσότερο μάλλον σα λαχείο. Κλήρωσε και το πλήρωσε. Σίγουρα δεν έζησε τη ζωή που θα ήθελε και της άξιζε, αλλά προσαρμοζόταν στα εκάστοτε δεδομένα ως άλλη χαμαιλέων. Από εκείνη έμαθα ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη, αλλά είναι το δώρο που σου αξίζει. Και όσο μπορείς και το αξιώνεσαι το ζεις όπως το καταλαβαίνεις.
Αν το καταλαβαίνεις!
https://www.youtube.com/watch?v=6j0v9E6XG60
Αν και τίποτα δε γίνεται τυχαία, αλλά μοιραία. Ο μπαμπάς μου από καπρίτσιο της τύχης και αναζητώντας μια καλύτερη, έπαιξε κορώνα γράμματα τη ζωή του. Κορώνα ήταν η Αυστραλία και γράμματα η Αργεντινή. Το κέρμα προσγειώθηκε στην πλευρά της κορώνας, βρέθηκε στην Αυστραλία. Εκεί δούλεψε από το 1965-1978 έχοντας βάλει στόχο να εξασφαλίσει για την οικογένεια που έκανε στο ενδιάμεσο διάστημα μια καλύτερη ζωή με τη βοήθεια της μαμάς μου και του κράτους που τους έδωσε τις προοπτικές και τις κατάλληλες συνθήκες τα κατάφεραν.
Τότε ήταν που γυρίσαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα, είχαν προσπαθήσει ενδιάμεσα άλλες δύο φορές, αλλά είχαν πέσει τη μία στο πραξικόπημα δικτατορίας και την άλλη στην Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Οι λόγοι που γυρίσαμε ήταν κατά βάση οι γιαγιάδες, ο νόστος και το γραμμάτιο.
Ο μπαμπάς μου ήταν μια ζωή προστάτης οικογενείας. Στην αρχή της πατρογονικής του και στη συνέχεια και της δικής του. Εκτός από την ορφάνια, είχε να πληρώνει το γραμμάτιο της μικρότερης αδελφής του. Βλέπετε, λόγω πολιομυελίτιδας, η Ζάκυνθος τότε δεν είχε νοσοκομείο το πιο κοντινό ήταν στην Πάτρα, μέχρι να φτάσουν με τη βάρκα σε καιρό εμφυλίου πολέμου, η θεία μου έμεινε παραπληγική με αναγνωρισμένη από το κράτος 67% αναπηρία στα ατροφικά της πόδια. Δύσκολοι καιροί, τα τότε χρόνια, πέρασε κάποιο καιρό σε ένα ίδρυμα μέχρι να μάθει να περπατάει με ειδικά σίδερα. Το 1953 ήρθε και ο σεισμός στη Ζάκυνθο, ισοπεδώθηκε το νησί και η ζωή. Ίσως ήταν από τις εξυπνότερες γυναίκες που έχω γνωρίσει, είχε αδυναμία στον εθνάρχη και τον Πάριο και δίψα για ζωή, παρόλο που δεν είχε πάει σχολείο, είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει από τα αδέλφια της. Διάβαζε και το φλυτζάνι και χάρη σε αυτό, αλλά περισσότερο χάρη στην προσωπικότητα της είχε πολλές φίλες. Αργότερα μικρά τα ανήψια της λέγαμε ότι είχαμε θεία τη βιονική γυναίκα ή μάλλον πιο εύστοχα το ρόμποκοπ. Μια που η Μαύρα, έτσι ήταν το όνομα της με ένα μπόνους το Διονυσία, προς τιμήν του παππού, λειτουργούσε σα την οικογενειακή γκεστάπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνεις κάτι και να περάσει απαρατήρητο! Τί τα θες; Το θεωρούσε οικογενειακό καθήκον και έτσι ας πούμε αλάφραινε το "βάρος", ή τουλάχιστον το εξισορροπούσε. Μαύρα ήταν μια, αλλά λέων.Δε νομίζω ότι θεώρησε ποτέ τον εαυτό της σα γραμμάτιο, περισσότερο μάλλον σα λαχείο. Κλήρωσε και το πλήρωσε. Σίγουρα δεν έζησε τη ζωή που θα ήθελε και της άξιζε, αλλά προσαρμοζόταν στα εκάστοτε δεδομένα ως άλλη χαμαιλέων. Από εκείνη έμαθα ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη, αλλά είναι το δώρο που σου αξίζει. Και όσο μπορείς και το αξιώνεσαι το ζεις όπως το καταλαβαίνεις.
Αν το καταλαβαίνεις!
https://www.youtube.com/watch?v=6j0v9E6XG60


Σχόλια