Κόκκινοι Γίγαντες, Άσπροι Νάνοι


Λόφοι από κανέλλα οι σκέψεις μου ανακατεμένες με τη μνήμη της γεύσης σου. Νόμιζα ότι είναι  η τελευταία αίσθηση που με κρατάει κοντά σου. Ρίχνω τους τοίχους του εγώ μου και με τις σανίδες του στήνω γέφυρα. Ξέρεις από εκείνες με τις τροχαλίες που πέφτουν πάνω από τις τάφρους που οδηγούσαν μέσα στα κάστρα.  Έχω σταματήσει πλέον να χαζεύω με τις ώρες τα άστρα. Έχω κατεβάσει εφαρμογή με την απουσία σου σαν αφορμή, τα σημαδεύω και μου λέει ποια είναι. Όταν πια εφαρμοστεί και στα όνειρα, τότε είναι που θα ανησυχήσω.
Καλά, καλά! Όλα αρχικά λαμβάνουν χώρα σε άλλη διάσταση από αυτή του άπιστου Θωμά. Ξέρεις αυτή που αντιλαμβανόμαστε με τις πέντε αισθήσεις. Τόσο περιορισμό δε τον αντέχω πραγματικά. Τί πάει να πει στην πραγματικότητα;  Υπάρχει; Δείξε μου τί οντότητα έχει και βάλε την να με προσέχει! 
Δε στα έλεγα, στα έκρυβα και δε με πίστεψες! Μα πως να πιστέψω στα συναισθήματα που ποτέ δεν ομολόγησες ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό; Τα έκρυβες και βολιδοσκοπούσες και μετά υποτίθεται τα ξεπερνούσες. Με έβαζες να λέω πρώτα το ποίημα και μετά προσαρμοζόσουν ανάλογα. Δεν πειράζει τελευταία απόπειρα νομίζω, ουσιαστικά πριν αρχίσω για μένα να ζω.

Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν γύρω στις αρχές με μέσα του γδάρτη, ξέρεις του περασμένου Μάρτη. Μέχρι τότε, όλα ήταν υπό έλεγχο και εντάξει. Εργασιοθεραπεία και η ζωή συνεχιζόταν έτσι κι αλλιώς, ή όπως όπως, τύπου εισπνοή-εκπνοή και πάλι από την αρχή. Και μετά όλα άλλαξαν. Πώς είναι όταν κατεβάζεις ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή; Έτσι στην αναμονή λοιπόν. Σε αισθανόμουν. Σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό του ανεξήγητου. Απίστευτο και όμως αληθινό. Η ενέργεια σου έμπαινε στη δική μου. Και να' σου πρώτα οι χωρίς λόγο ύπαρξης αϋπνίες και μετά οι σκέψεις που οδηγούσαν στο αδιέξοδό σου. Το κέρατο μου, ξέρεις ένα από τα ένδοξα έξι, δε μπορεί όλα είναι στο μυαλό μου, τίποτα δε συμβαίνει, πόσο μάλλον να σημαίνει. Πάμε παρακάτω αμάν έλεγα. Όχι πάλι, έλεος! Δεν ήθελα να έρχεται πια το βράδυ.      
Και μετά η ενέργεια απέκτησε φωνή. Τη δική σου. Σα να άκουγα τι σκεφτόσουν. Και όσο σκεφτόμουν την κατάληξη της Ζαν ντ' Αρκ, τόσο έλεγα, ακούω φωνές αποκλείεται. Το χάνω και δε το πιάνω. Να' σου ρίνγκ το μυαλό μου, στα σχοινιά στην κάθε γωνία δεν ήξερα ποιος θα έπαιρνε θέση. Μέχρι σε σημείο διαλόγου έφτασαν οι σκέψεις. Τρελό πανηγύρι, Ικαριώτικο. Μη σου τύχει αυτή η κατάσταση πολιορκίας του νου! Από άμυνα άρχισα να γράφω ξανά. Θα το εκτονώνω είπα και θα περάσει. Σα να είναι λόξιγκας που σταματάει στο όνομα σου. Σαν το κρύωμα που νόμιζα εκείνο το βράδυ ότι θα με στείλει ανεπιστρεπτί. Και λίγο  πριν γίνω σύννεφο, χτύπησε δύο φορές  μέσα στα άγρια μεσάνυχτα το θυροτηλέφωνο. Και μέσα στο παραλήρημα του πυρετού το άκουσα  από μακριά. Μα εμένα δε με λένε Ηρακλή να κάνω τον άθλο να φτάσω και να ανοίξω. Γύρισα πλευρό. Αν ήταν κάποιος δικός μου θα έπαιρνε τηλέφωνο. Και να σου ξανά το θυροτηλέφωνο να χτυπάει προς το τέλος του Μάη κοντά στα ξημερώματα. Αλλαγή ώρας! Έλεος θεοί του Ολύμπου, τί χρωστάω και σε ποιόν; Βρε τη Μιχαλού την μερακλού!
Πέρα από την πλάκα, σαν παλιοί γνώριμοι από άλλη ζωή, που έφεραν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους και σε αυτή, για να βρεθεί η λύση και να μην προωθηθεί και στην επόμενη το χρέος, ας πάμε στο ταμείο. Κέρασμά σου το πέρασμα σου από τη ζωή μου. Αν είσαι η αλήθεια μου, στάσου δίπλα μου. Αλλιώς μη ρίχνεις σα τον γίγαντα τη σκιά σου στον παρόν μου. Δεν είμαι νάνος. Απλά λατρεύω την ηλιακή ανατολή του Σείριου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις