Φόρα παρτίδα

Όλα στηρίζονται στην επικοινωνία. Όχι τη λεκτική απαραίτητα, αλλά την πιο ουσιαστική αυτή της ενέργειας και των πράξεων. Γιατί όλοι είμαστε νερό και ενέργεια. Τί να τα κάνει κάποιος τα λόγια του αέρα τα κοπανιστά; Οι υποσχέσεις δεν κάνουν τις σχέσεις.
Ωραία εισαγωγή δε λέω. 
Αλλά η ουσία είναι στο https://www.youtube.com/watch?v=sBk9EbzNf8s
Και απόψε για αυτό, ο άλλος μου εαυτός θα γράψει. Ο ίδιος που θα κλάψει αντί να το ράψει.
Κάνω από τα κομμένα τσιγάρα. Για την ακρίβεια καπνίζω σα φουγάρο λες και δεν υπάρχει αύριο. Και ναι πίνω και τη τελευταία από τις κομμένες μπύρες. Επίτηδες τις άφησα στον άσσο, για να μπορέσω με το σημερινό κείμενο να με απαλλάξω. Λόγω αμφιβολιών...
Μόλις τελείωσα τον κοινωνικό ιστό (ταινία), και το μόνο που σκέφτομαι είναι οι ιστοί που υφαίνουμε και μέσα τους παγιδεύουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας. Οι σκέψεις μας είναι οι κλωστές, τα συναισθήματα τα περίτεχνα σχήματα και η μνήμη η κολλώδης ουσία.
Απόπειρες και αναγνώριση.
Αναρωτιέμαι  γιατί τη λένε αναγνώριση τη διαδικασία που το θύμα καλείται να ταυτοποιήσει ανάμεσα σε άλλους άσχετους τον θύτη; Γιατί καλείται να κοιτάξει στα μάτια του και να ξαναζήσει την εμπειρία του εγκλήματος πίσω από την προστασία ενός καθρέφτη;
Περιπλανιέμαι μέσα στο σκοτάδι της αυτό παγίδευσης κάτω από το πιο τυραννικό φεγγάρι που έχω ζήσει. Του γυρίζω την πλάτη. Δε θέλω να φωτίζει τις προσδοκίες. Μένουν πάντα μεγάλες σα μαύρες τρύπες. Έτσι σε ελλειπτική γωνία με ταχύτητα προσπερνώ την αγωνία. 
Τζούρα το απόψε. Πάρε και μοίρασε και κόψε όχι το νήμα της ζωής. Αλλά τον ομφάλιο λώρο. Αυτόν της αντίφασης. Και που είσαι; Μην ποντάρεις στο νόημα της τα ρέστα σου.
Πως γίνεται να σε αγαπάω έτσι, ενώ ξέρω πόσο κακό μου κάνω; Είναι παράλογο, το ξέρω.
Οι πληγωμένοι άνθρωποι μόνο να πληγώνουν ξέρουν γιατί έτσι έμαθαν την αγάπη.
 Αυτό είναι το στοιχείο της αναγνώρισης.
Έτσι δεν είναι μαμά;
Δε φταις εσύ. Και εσένα το ίδιο σου έκανε η γιαγιά. Και εσύ την αγαπούσες όπως έμαθες και μπορούσες. Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες. Αυτή τη φράση την άκουσα στα εφτά μου, όταν της την είπες. Καθόμουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Δεν ήξερα τί είναι το σάβανο, αλλά ήξερα ότι τσακωνόσασταν. Έβαλα δυνατά τα κλάματα. Σταματήσατε. Πάντα λειτουργούσε. Αλλά, αυτή ήταν η τελευταία φορά που έκλαψα σαν παιδί. Αργότερα, αν και μεγάλη ξανά έκλαψα σαν παιδί, όταν είδα το σάβανο που φορέσαμε στον μπαμπά, γιατί θυμήθηκα και κατάλαβα ότι είχες δίκιο. Κανείς δεν παίρνει κάτι μαζί του, μόνο αφήνει. Δίκιο είχε και το αναγνωστικό που έγραφε ότι η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, αλλά κόκκαλα τσακίζει. 
Κανένας όμως όσο δίκιο και αν έχει δε μου εξήγησε ποτέ τί πληγώνεται πιο πολύ η καρδιά ή το πνεύμα;
Δε σου πουλάω πνεύμα, αλλά προσπαθώ να βρω την άκρη μου μέσα στα πάθη και τα λάθη μου. Ναι απόπειρες κάνω ισορροπίας, σα να μαθαίνω ποδήλατο. Το κέντρο βάρους μου προσπαθώ να ελέγξω και να μη το ρίχνω ούτε αριστερά, ούτε δεξιά. Το ίδιο και το φταίξιμο και την ενοχή. Κοιτάω μπροστά. Εκεί που θέλω να πάω. Στο στόχο, δεν έχει νόημα να κοιτάω και να γυρίζω πίσω. Ναι ότι έγινε, έγινε και δεν αλλάζει. Τόσα ήξερε ο καθένας, τόσα έκανε και άλλο τόσο υπέφερε. 
Το βέλος δεν έγραψε το τέλος. Στον αέρα διέγραψε την τροχιά του. Το μυστικό όταν στοχεύεις μου έχουν πει, είναι να σκοπεύεις λίγο παραπάνω και έτσι πετυχαίνεις την καρδιά. Το μπόνους της πίστας! Κερδίζεις ζωή, στη διαφορά αγάπης και λατρείας. Αλλά αν δε σπάσεις τον κύκλο και την αλυσίδα πάει στράφι και αυτή.
Όλα τα Σάββατα να παν, να παν και να γυρίσουν
Το Σάββατο του Ρουσαλιού να πάει, να μην γυρίσει.
Ήταν της Πεντηκοστής το ψυχοσάββατο, λέει χθες. Ο σκύλος μου δεν ξανακοίταξε το κενό δίπλα μου σα να υπήρχε κάποιος εκεί. Ζω στο σπίτι σου γιαγιά και όσο μεγαλώνω σου μοιάζω. Με έμαθες να λατρεύω τον Πειραιά και αν έχω κάποιο ταλέντο στο γράψιμο από εσένα το πήρα. Αλήθεια όμως σου γράφω, ότι η δικιά μου D-DAY θα είναι να βαδίζω στα χνάρια σου και να εξακολουθώ να πληγώνω αυτούς που αγαπάω.
Η αγάπη δεν είναι πόνος μόνο. Δεν είναι στα λόγια. Δεν είναι στα λεφτά ή στο μετά. Είναι στο μαζί στα δύσκολα και στη χαρά, στο εδώ και στο εκεί, στο για όσο μαζί σε εμπιστεύομαι και ας σακατεύομαι. Σπάω και σκάω. Ανοίγω παράθυρο. Σε τέσσερις ώρες θα ξημερώσει μια αλλιώτικη μέρα. Ποιος ξέρει για πόσο. Για όσο!
Game over
tinataz40   
(Μας θυμάμαι στο Ταμπού 3 γενιές να το τραγουδάμε και μετά ξημέρωσε Κυριακή)



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις