Ντόρτια!
Έχω στραγγίξει. Η δροσιά και οι χυμοί της ζωής που περίσσευαν, σώθηκαν! Δε λούζουν πια αυτό το κομμάτι της ξηράς, της ψυχής. Διψασμένη η γή ποθεί, αλλά έχει κάνει τις επιλογές της η ζωή, να μη ζεί με περισέυματα, περιττά και μυθεύματα. Τα υπόλοιπα δε τη χωρούν, απλά υποχωρούν. Αξιώνει το ολόκληρο και το απόλυτο. Στην αναζήτηση λοιπον ξανά και όσο και αν τρομάζει και νοσταλγεί η μνήμη τη συνήθεια της ασφάλειας, επιλέγει την ασύμβατη μοναξιά της για παρέα και οδηγό. Πραγματική αλλαγή, ποιός θα το περίμενε; Ο χρόνος μάλλον μόνο ξεδιαλέγει τις στιγμές σα κατάλληλες για να ακολουθήσει το πράσινο φάρο αριστερά, να σηκώσει την άγκυρα η καρδιά και να ριχτεί στα κύμματα για άλλη μια φορά και πάλι.
Αμφιβολίες γεμάτη στο αμπάρι όμως μόνο. Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός και ο καιρός ιδανικός. Τα βήματα δανεικά και όμως τόσο ουσιαστικά. Κατευθύνουν και τολμούν να αναζητούν την έκπληξη στη ματιά, στην επικοινωνία, στην επαφή. Στο μαζί και το μετά. Και ο φόβος είναι όμως εκεί και καραδοκεί σα σκιά που ρίχνει το σύννεφο σε καταγάλανο ουρανό. Σκιάζει και σκιάζεται η μοίρα και η αλμύρα μέσα σε οτι επιπλέει και ξεβράζει στις δύο όχθες του χθές και του σήμερα. Και ας έχει ανατείλει το αύριο σαν άγριο κύμα που παραδέρνει τις προσδοκίες. Πέρα στον ορίζοντα φαίνεται απο κάποιο λιμάνι, αρχικά απρόσιτο, καπνός. Η φωτιά δε πρέπει να’ναι μακρυά. Ο αέρας που φυσά δυσχεραίνει το έργο της κατάσβεσης, ακόμα και για τα πυροσβεστικά αεροπλάνα που γεμίζουν το κοίλο σιδερένιο σώμα τους με αμέτρητα λίτρα νερό, με σκοπό να το ξεράσουν στην καρδιά της πύρινης λέλαπας για να αποφευχθεί η νέα φυσική καταστροφή.
Θεατής βουβός ο πόνος και εσύ ο μόνος που σώθηκες σαν απο θαύμα απο το τραύμα. Η πυρκαγιά μαίνεται. Το τέλος αναμένεται. Σκοπός μιας παθητικής φωνής που ο ήχος της δε διανθίζεται απο αδόκιμα και εικονολατρικά επιρρήματα. Αναζητά απελπισμένα τους φθόγγους και τα φωνήεντα για να εκφράσει με ρήματα τα τόσα μετρήματα απο τα χαμένα στοιχήματα της ύπαρξης της. Μετρονόμος...Με τρόμο όμως. Δε θέλει πια να κρύβεται. Και όμως σα γάτα σε οίστρο τρίβεται μέσα στις λέξεις που θα διαλέξεις εσύ για να εκφράσεις το θαυμασμό στο μελλοντικό όνειρο. Σχεδόν συνομωτικά ψιθυρίζει, μα εσύ δεν ακούς. Ο αέρας δε γυρίζει τα λόγια σε εσένα. Αναποδογυρίζονται οι σκέψεις και αυτόματα παγιδεύονται σε ατέρμονες συζητήσεις απο απρόσμενες επισκέψεις.
Χλιαρά και αδιάφορα κυλούν τα βράδυα παράφορα. Μοναδική παραφωνία ίσως η ασυμφωνία χαρακτήρων που εξελίσεται στη φαρσοκωμωδία της ματιάς σου. Στο ανελέητο κυνήγι χωρίς προκαθορισμένους ρόλους και στόχους ρίχνεσαι, αλλά το ξέρεις θα χάσεις εξαιτίας της αναποφασιστικότητας της καρδιάς σου. Σα διαβήτης που διαγράφει το φαύλο κύκλο που σε εμπεριέχει. Σε τεντωμένο σχοινί τα νεύρα σου και εσύ ακροβατείς ανάμεσα στο θύτη και το θύμα. Οι μάρτυρες είναι πολλοί και πως αλλιώς καταγγέλουν αυτή σου τη στάση. Δεν είναι επανάσταση, δεν είναι σταθμός, ούτε κανάλι. Απλά δεν εκπέμπει. Μια σιωπή σχεδόν νεκρική παρεμβάλεται ανάμεσα στα ενδιάμεσα. Και το μέσα εγώ τρομοκρατείται απο το απόλυτο κενό.
Εντούτοις διαλέγεις να κάνεις παιχνίδι, αλλά όχι με ανοιχτά χαρτιά, μόνο με ζάρια πια. Και ζαριά τη ζαριά, αρχίζεις τα παζάρια. Εξάρες...Διαφανείς προθέσεις κολασμένων επιδιώξεων και επιδόσεων. Τρία και άσο... Σαν αυτοκόλητο που η βροχή το μούσκεψε για να χάσει τη κολητική του δυνότητα, γδέρνεσαι. Ασό – δυο. Γδέρνεις το δέρμα σου, θες να το ξεκολήσεις; Να απαλλαγείς απο το ψέμμα σου. Διπλές... Βαρύ και επικίνδυνο φορτίο η μάσκα οξυγόνου που σε κρατά ζωντανό. Θές να κόψεις το νήμα της ζωής, που σε έμαθε να επιβιώνεις μόνο. Θές κατά βάση να ξεμάθεις. Θές να ανακαλύψεις το κόσμο ξανά, απαλλαγμένος απο την οιδιποδική και πολυφημική ματιά. Δεν υπάρχουν λάθη, μόνο πάθη και ανελέητες επιθυμίες που σφυρηλατούν το βωμό της μέχρι τώρα αποκαλούμενης ζωής σου. Ξαπλώνεις πάνω του και ανάβεις τσιγάρο με το σπίρτο της ανάσας σου. Το καπνίζεις μέχρι τέλους. Και χαμογελώντας...καίγεσαι!
Αμφιβολίες γεμάτη στο αμπάρι όμως μόνο. Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός και ο καιρός ιδανικός. Τα βήματα δανεικά και όμως τόσο ουσιαστικά. Κατευθύνουν και τολμούν να αναζητούν την έκπληξη στη ματιά, στην επικοινωνία, στην επαφή. Στο μαζί και το μετά. Και ο φόβος είναι όμως εκεί και καραδοκεί σα σκιά που ρίχνει το σύννεφο σε καταγάλανο ουρανό. Σκιάζει και σκιάζεται η μοίρα και η αλμύρα μέσα σε οτι επιπλέει και ξεβράζει στις δύο όχθες του χθές και του σήμερα. Και ας έχει ανατείλει το αύριο σαν άγριο κύμα που παραδέρνει τις προσδοκίες. Πέρα στον ορίζοντα φαίνεται απο κάποιο λιμάνι, αρχικά απρόσιτο, καπνός. Η φωτιά δε πρέπει να’ναι μακρυά. Ο αέρας που φυσά δυσχεραίνει το έργο της κατάσβεσης, ακόμα και για τα πυροσβεστικά αεροπλάνα που γεμίζουν το κοίλο σιδερένιο σώμα τους με αμέτρητα λίτρα νερό, με σκοπό να το ξεράσουν στην καρδιά της πύρινης λέλαπας για να αποφευχθεί η νέα φυσική καταστροφή.
Θεατής βουβός ο πόνος και εσύ ο μόνος που σώθηκες σαν απο θαύμα απο το τραύμα. Η πυρκαγιά μαίνεται. Το τέλος αναμένεται. Σκοπός μιας παθητικής φωνής που ο ήχος της δε διανθίζεται απο αδόκιμα και εικονολατρικά επιρρήματα. Αναζητά απελπισμένα τους φθόγγους και τα φωνήεντα για να εκφράσει με ρήματα τα τόσα μετρήματα απο τα χαμένα στοιχήματα της ύπαρξης της. Μετρονόμος...Με τρόμο όμως. Δε θέλει πια να κρύβεται. Και όμως σα γάτα σε οίστρο τρίβεται μέσα στις λέξεις που θα διαλέξεις εσύ για να εκφράσεις το θαυμασμό στο μελλοντικό όνειρο. Σχεδόν συνομωτικά ψιθυρίζει, μα εσύ δεν ακούς. Ο αέρας δε γυρίζει τα λόγια σε εσένα. Αναποδογυρίζονται οι σκέψεις και αυτόματα παγιδεύονται σε ατέρμονες συζητήσεις απο απρόσμενες επισκέψεις.
Χλιαρά και αδιάφορα κυλούν τα βράδυα παράφορα. Μοναδική παραφωνία ίσως η ασυμφωνία χαρακτήρων που εξελίσεται στη φαρσοκωμωδία της ματιάς σου. Στο ανελέητο κυνήγι χωρίς προκαθορισμένους ρόλους και στόχους ρίχνεσαι, αλλά το ξέρεις θα χάσεις εξαιτίας της αναποφασιστικότητας της καρδιάς σου. Σα διαβήτης που διαγράφει το φαύλο κύκλο που σε εμπεριέχει. Σε τεντωμένο σχοινί τα νεύρα σου και εσύ ακροβατείς ανάμεσα στο θύτη και το θύμα. Οι μάρτυρες είναι πολλοί και πως αλλιώς καταγγέλουν αυτή σου τη στάση. Δεν είναι επανάσταση, δεν είναι σταθμός, ούτε κανάλι. Απλά δεν εκπέμπει. Μια σιωπή σχεδόν νεκρική παρεμβάλεται ανάμεσα στα ενδιάμεσα. Και το μέσα εγώ τρομοκρατείται απο το απόλυτο κενό.
Εντούτοις διαλέγεις να κάνεις παιχνίδι, αλλά όχι με ανοιχτά χαρτιά, μόνο με ζάρια πια. Και ζαριά τη ζαριά, αρχίζεις τα παζάρια. Εξάρες...Διαφανείς προθέσεις κολασμένων επιδιώξεων και επιδόσεων. Τρία και άσο... Σαν αυτοκόλητο που η βροχή το μούσκεψε για να χάσει τη κολητική του δυνότητα, γδέρνεσαι. Ασό – δυο. Γδέρνεις το δέρμα σου, θες να το ξεκολήσεις; Να απαλλαγείς απο το ψέμμα σου. Διπλές... Βαρύ και επικίνδυνο φορτίο η μάσκα οξυγόνου που σε κρατά ζωντανό. Θές να κόψεις το νήμα της ζωής, που σε έμαθε να επιβιώνεις μόνο. Θές κατά βάση να ξεμάθεις. Θές να ανακαλύψεις το κόσμο ξανά, απαλλαγμένος απο την οιδιποδική και πολυφημική ματιά. Δεν υπάρχουν λάθη, μόνο πάθη και ανελέητες επιθυμίες που σφυρηλατούν το βωμό της μέχρι τώρα αποκαλούμενης ζωής σου. Ξαπλώνεις πάνω του και ανάβεις τσιγάρο με το σπίρτο της ανάσας σου. Το καπνίζεις μέχρι τέλους. Και χαμογελώντας...καίγεσαι!


Σχόλια