ΚΛΗΜΗΣ...
Με ποιά μέτρα και ποιά σταθμά μετριέται η αμαρτία; Ποιά κριτήριο διαχωρίζει την αγνότητα απο την αμαρτία; Ποιό μονοπάτι ήταν αυτό που ο Προμηθέας είχε πάρει και απο εκλεκτός των θεών είχε γίνει μισητός; Αυτά τα ερωτήματα τον βασάνιζαν πρίν φτάσει στην απόφαση να δώσει τη φωτιά στους ανθρώπους; Πόσοι απο εμάς έχουν δεί την αλήθεια πίσω απο το μύθο;
Τα κίνητρα που εξυπηρετούσε ο Προμηθέας ήταν ανιδιοτελή και αγνά ή στην πραγματικότητα ήταν ποταπά, δολερά ή απλά καλά και συμφέροντα;
Με αυτό το σκεπτικό κατα νου θα προσεγγίσουμε διαφορετικά το μύθο σήμερα είπε στην εισαγωγή του ο αναπληρωτής καθηγητής της φιλολογίας και φιλοσοφίας που γέμιζε το κενό της απουσίας του μαθηματικού του τμήματος Β3 της δευτέρας γυμνασίου του σχολείου μου. Η φωνή του ηχούσε απο άκρη σε άκρη στην αίθουσα και είχε καταφέρει να μου αποσπάσει την προσοχή. Καθώς γύρισα και τον κοίταξα, είδα μια σπίθα να σιγο καίει το βλέμμα του.
Θα κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο και για να σας πείσω να με ακολουθήσετε μέχρι το τέλος του μαθήματος, δε θα είμαι ο κος Παπακωνσταντίνου, αλλά θα είμαι ο Κλήμης που θα σας διηγηθεί το μύθο της αμαρτίας. Βλέπω πονηρά χαμόγελα να διαγράφονται στα χείλη σας μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, ελπίζω να μην έχουν σβήσει.
Ο Προμηθέας λοιπόν πόσοι απο εσάς γνωρίζουν οτι είχε επιστήθιο φίλο του τον θεό Πάνα; Η διασκέδαση τους ήταν να πίνουν όχι μόνο το νέκταρ των θεών, αλλά και τους χυμούς της ζωής που πρόσφεραν σε αφθονία οι νύμφες που περιστοίχιζαν τη συνοδεία τους. Εντούτοις, ο ημίθεος δεν ήταν ευχαριστημένος. Όσο και αν απολάμβανε τη στιγμιαία ηδονή, αναζητούσε τη διάρκεια της. Κάτι που όσο και αν το επιδίωκε ο φίλος του με τη μουσική του αυλού του, δε το εξασφάλιζε. Η ευδαιμονία είναι αλλού κρυμμένη έλεγε ο Προμηθέας και αγνάντευε πέρα στους πέρα κάμπους, στις ατελείωτες πεδιάδες και στα γάργαρα νερά των ποταμών που πότιζαν το χώμα. Μιά απο εκείνες τις μέρες που η έλλειψη ιδιαίτερης διάθεσης τον είχε κρατήσει μακρυά απο τη συντροφιά του Πάνα. Έτσι όπως ήταν ακουμπισμένος στη ρίζα ενός μεγάλου δένδρου, είδε να ξεπροβάλει μπροστά του σαν ένας άλλος ήλιος μια ξανθομαλλούσα νεαρή, που δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του.Εκείνη λοιπόν καθώς ο ήλιος πλησίαζε στη δύση της ουρανοβασιλείας του, άρχισε να τραγουδά στην όχθη του ποταμού. Ήταν ένα μελαγχολικό τραγούδι που θαρρείς και τρεμόπαιζε με τα λαμπυρίσματα του νερού. Το τραγούδι μάγεψε τον Προμηθέα, που δε το είχε ξανακούσει ποτέ στη ζωή του. Δεν ήθελε η νεαρή να σταματήσει να τραγουδά για το σκοτάδι του έρωτα που αργεί και ποτέ μπορει να μη γνωρίσει, κι όμως τόσο ποθεί να την κατακυριεύσει. Εκείνος προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία του, έμενε εντελώς ακίνητος παρακολουθώντας με εκστατική ματιά τις κινήσεις της. Εκείνη εξακολουθώντας να τραγουδάει ξέμπλέκε τα κατάξανθα μαλιά της που είχαν πάρει μια πορτοκαλοκόκκινη όψη, οπως τα φώτιζαν οι τελευταίες ακτίδες του ήλιου. Παράλληλα με τις πιο αιθέριες κινήσεις άρχισε να απαλάσεται απο τα πέπλα που έκρυβαν τη γύμνια του κορμιού της. Ο Προμηθέας μαγνητισμένος απο το τραγούδι της και τις εικόνες που έβλεπε μπροστά του, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Στο μυαλό του στροβιλίζονταν πολλές σκέψεις όπως οτι θα έπρεπε να ήταν νύμφη και να μη την ήξερε, απέκλειε το γεγονός να ήταν θνητη, ήθελε αυτές οι στιγμές να μη τελείωναν και θα έδινε τα πάντα για να καταφέρει να τις κάνει να διαρκέσουν. Ήξερε οτι πλέον ζούσε για τη στιγμή που το τελευταίο πέπλο θα γλιστρούσε απαλά απο τον ώμο της και εκείνη θα βουτούσε στα νερά του ποταμού. Εκείνη η τελευταία σκέψη του ήταν οτι θα θελε να είχε τη δυνατότητα όπως ο Δίας να μεταφορφωθεί σε ποτάμι και να στροβιλιστεί μαζί της στο χορό που του ενέπνεε το τραγούδι της.
Όμως παρά τις προθέσεις της και τις προσδοκίες του ημιθεου η κόρη νιώθωντας το δροσερό αεράκι να διαπερνά το δέρμα της και να αναριγεί, σύντομα άρχισε να ξαναντύνεται σταματώντας το τραγούδι. Στην ιδέα και μόνο αυτή ο Προμηθέας απελπίστηκε και προκειμένου να την προτρέψει να κάνει το μπάνιο της, έτσι όπως ήταν κρυμένος πίσω απο το δένδρο τρίβωντας στα χέρια του όσο μπορούσε πιο γρήγορα δυό πέτρες, έβαλε φωτιά σε ένα μικρό θάμνο. Η ενεργεια του αυτή είχε τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απο τα επιθυμητά μια που η έκπληξη και ο πανικός της νεαρής ήταν τέτοιος, που έτρεξε να κρυφτεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο μονοπάτι απο όπου είχε έρθει. Μια που δεν είχε δεί φωτιά απο τόσο κοντά η λάμψη και η ένταση της την είχαν τρομάξει. Φυσικά ο ημίθεος αμέσως το μετάνιωσε συνειδητοποιώντας το τρόμο της και οτι είχε αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα των θεών. Παρόλο που έσπευσε να εξηγήσει στη νεαρή ακολουθώντας την πορεία της τις προθέσεις του, εντούτοις εκείνη είχε γίνει άφαντη.
Αντίθετα εκεί που υπέθετε οτι θα τη συναντούσε, εμφανίστηκε μεσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Δίας. Η έκπληξη του Προμηθέα ήταν τέτοια που έμεινε άφωνος μπροστά στο θεό και πατέρα του και δεν προσπάθησε καν να δικαιολογηθεί για τις βλάσφημες πράξεις του. Ο Δίας που πλέον είχε απαλαγεί απο τη μεταμόρφωση της θνητής, είχε αποδείξει οτι ο Προμηθέας ήταν ανάξιος της εμπιστοσύνης του. Με την πρώτη ευκαιρία είχε υποπέσει στην αμαρτία της λαγνείας μιας θνητής και της βλασφημίας να μοιραστεί τη φωτιά στο βωμό των ορέξεων του. Έτσι τον καταδίκασε να καρφωθεί στο βράχο και να κατατρώγεται απο τα όρνεα.
Βλέπετε, ο Δίας δεν έπαιρνε αψήφιστα τον ανταγωνισμό, μόνο εκείνος σα θεός είχε το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα να επιδίδεται στο κυνήγι της θνητής και όχι μόνο σάρκας. Όπως ίσως γνωρίζετε, το τέλος του Προμηθέα άργησε να έρθει, αλλά οι άνθρωποι πλέον σα μάρτυρες της πράξης του ήξεραν πως να ανάβουν φωτιά και να προκαλούν την οργή του Δία, που την εξέφραζε με τους κεραυνούς του. Αλλά είχαν μάθει να προφυλάσονται πλέον χάρη στη φωτιά απο τους κεραυνούς και το κρύο. Όπως επίσης είχαν μάθει οτι την πορεία του Εκλεκτού απο εκείνη του αμαρτωλού, τη χωρίζει μια λεπτή γραμμή ισορροπίας ανάμεσα στο μύθο και την αλήθεια, ανάμεσα στη αρετή και την αμαρτία.
‘Οταν πλέον κτλυπησε το κουδούνι θυμόμουν τα λόγια με τα οποία έκλεισε την ιστορία σαν επιμύθιο ο καθηγητής λέγωντας οτι ήταν ο Κλήμης, που οδήγησε το μύθο στο τέλος του, ευχαριστεί εσάς για την προσοχή και ευχαρίστως δέχεται τη δική σας ευγνωμοσύνη για τον κόπο που του κόστισε το έργο αυτό. Και ουδείς απ’όσους απόλαυσαν αυτή την ιστορία να μη βιαστεί να βγάλει πλανερό δίδαγμα και να σκεφτεί οτι τελικά η αμαρτία είναι πράγμα ελαφρύ. Να φυλαχτεί και να μη μονολογήσει: «Γίνου ανέμελα κι εσύ λάγνος και βλάσφημος. Αφού με αυτούς εδώ κατέληξαν όλα τόσο ανώδυνα, πώς είναι δυνατόν να χαθείς εσυ;» Αυτά ειναι ψίθυροι του Διαβόλου. Ζήστε πρώτα δεκαεπτά χρόνια πάνω σε μια πέτρα, υποβιβασμένοι σε κατώτερο ζώο, λούζετε τους ανήμπορους για είκοσι χρόνια και θα δείτε αστείο! Σοφό όμως είναι βέβαια να αντικρύζει κανείς τον αμαρτωλό ως επίδοξο Εκλεκτό, κι είναι σοφό επίσης και για τον ίδιο τον αμαρτωλό.Διότι η ιδέα της πιθανής εκλογής του μπορεί να τον αξιώσει και να κάνει το αμάρτημα του γόνιμο, ώστε να τον αναβιβάσει σε ψηλά πετάγματα.
Σε ανταμοιβή της προειδοποίησης και της συμβουλής μου σας ζητώ για χάρη να με συμπεριλάβετε στις δεήσεις σας, ώστε όλοι, μαζί κι εκείνοι για τους οποίους σας μίλησα να ανταμώσουμε πάλι κάποτε στον παράδεισο.
Valete
Τα κίνητρα που εξυπηρετούσε ο Προμηθέας ήταν ανιδιοτελή και αγνά ή στην πραγματικότητα ήταν ποταπά, δολερά ή απλά καλά και συμφέροντα;
Με αυτό το σκεπτικό κατα νου θα προσεγγίσουμε διαφορετικά το μύθο σήμερα είπε στην εισαγωγή του ο αναπληρωτής καθηγητής της φιλολογίας και φιλοσοφίας που γέμιζε το κενό της απουσίας του μαθηματικού του τμήματος Β3 της δευτέρας γυμνασίου του σχολείου μου. Η φωνή του ηχούσε απο άκρη σε άκρη στην αίθουσα και είχε καταφέρει να μου αποσπάσει την προσοχή. Καθώς γύρισα και τον κοίταξα, είδα μια σπίθα να σιγο καίει το βλέμμα του.
Θα κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο και για να σας πείσω να με ακολουθήσετε μέχρι το τέλος του μαθήματος, δε θα είμαι ο κος Παπακωνσταντίνου, αλλά θα είμαι ο Κλήμης που θα σας διηγηθεί το μύθο της αμαρτίας. Βλέπω πονηρά χαμόγελα να διαγράφονται στα χείλη σας μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, ελπίζω να μην έχουν σβήσει.
Ο Προμηθέας λοιπόν πόσοι απο εσάς γνωρίζουν οτι είχε επιστήθιο φίλο του τον θεό Πάνα; Η διασκέδαση τους ήταν να πίνουν όχι μόνο το νέκταρ των θεών, αλλά και τους χυμούς της ζωής που πρόσφεραν σε αφθονία οι νύμφες που περιστοίχιζαν τη συνοδεία τους. Εντούτοις, ο ημίθεος δεν ήταν ευχαριστημένος. Όσο και αν απολάμβανε τη στιγμιαία ηδονή, αναζητούσε τη διάρκεια της. Κάτι που όσο και αν το επιδίωκε ο φίλος του με τη μουσική του αυλού του, δε το εξασφάλιζε. Η ευδαιμονία είναι αλλού κρυμμένη έλεγε ο Προμηθέας και αγνάντευε πέρα στους πέρα κάμπους, στις ατελείωτες πεδιάδες και στα γάργαρα νερά των ποταμών που πότιζαν το χώμα. Μιά απο εκείνες τις μέρες που η έλλειψη ιδιαίτερης διάθεσης τον είχε κρατήσει μακρυά απο τη συντροφιά του Πάνα. Έτσι όπως ήταν ακουμπισμένος στη ρίζα ενός μεγάλου δένδρου, είδε να ξεπροβάλει μπροστά του σαν ένας άλλος ήλιος μια ξανθομαλλούσα νεαρή, που δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του.Εκείνη λοιπόν καθώς ο ήλιος πλησίαζε στη δύση της ουρανοβασιλείας του, άρχισε να τραγουδά στην όχθη του ποταμού. Ήταν ένα μελαγχολικό τραγούδι που θαρρείς και τρεμόπαιζε με τα λαμπυρίσματα του νερού. Το τραγούδι μάγεψε τον Προμηθέα, που δε το είχε ξανακούσει ποτέ στη ζωή του. Δεν ήθελε η νεαρή να σταματήσει να τραγουδά για το σκοτάδι του έρωτα που αργεί και ποτέ μπορει να μη γνωρίσει, κι όμως τόσο ποθεί να την κατακυριεύσει. Εκείνος προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία του, έμενε εντελώς ακίνητος παρακολουθώντας με εκστατική ματιά τις κινήσεις της. Εκείνη εξακολουθώντας να τραγουδάει ξέμπλέκε τα κατάξανθα μαλιά της που είχαν πάρει μια πορτοκαλοκόκκινη όψη, οπως τα φώτιζαν οι τελευταίες ακτίδες του ήλιου. Παράλληλα με τις πιο αιθέριες κινήσεις άρχισε να απαλάσεται απο τα πέπλα που έκρυβαν τη γύμνια του κορμιού της. Ο Προμηθέας μαγνητισμένος απο το τραγούδι της και τις εικόνες που έβλεπε μπροστά του, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Στο μυαλό του στροβιλίζονταν πολλές σκέψεις όπως οτι θα έπρεπε να ήταν νύμφη και να μη την ήξερε, απέκλειε το γεγονός να ήταν θνητη, ήθελε αυτές οι στιγμές να μη τελείωναν και θα έδινε τα πάντα για να καταφέρει να τις κάνει να διαρκέσουν. Ήξερε οτι πλέον ζούσε για τη στιγμή που το τελευταίο πέπλο θα γλιστρούσε απαλά απο τον ώμο της και εκείνη θα βουτούσε στα νερά του ποταμού. Εκείνη η τελευταία σκέψη του ήταν οτι θα θελε να είχε τη δυνατότητα όπως ο Δίας να μεταφορφωθεί σε ποτάμι και να στροβιλιστεί μαζί της στο χορό που του ενέπνεε το τραγούδι της.
Όμως παρά τις προθέσεις της και τις προσδοκίες του ημιθεου η κόρη νιώθωντας το δροσερό αεράκι να διαπερνά το δέρμα της και να αναριγεί, σύντομα άρχισε να ξαναντύνεται σταματώντας το τραγούδι. Στην ιδέα και μόνο αυτή ο Προμηθέας απελπίστηκε και προκειμένου να την προτρέψει να κάνει το μπάνιο της, έτσι όπως ήταν κρυμένος πίσω απο το δένδρο τρίβωντας στα χέρια του όσο μπορούσε πιο γρήγορα δυό πέτρες, έβαλε φωτιά σε ένα μικρό θάμνο. Η ενεργεια του αυτή είχε τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απο τα επιθυμητά μια που η έκπληξη και ο πανικός της νεαρής ήταν τέτοιος, που έτρεξε να κρυφτεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο μονοπάτι απο όπου είχε έρθει. Μια που δεν είχε δεί φωτιά απο τόσο κοντά η λάμψη και η ένταση της την είχαν τρομάξει. Φυσικά ο ημίθεος αμέσως το μετάνιωσε συνειδητοποιώντας το τρόμο της και οτι είχε αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα των θεών. Παρόλο που έσπευσε να εξηγήσει στη νεαρή ακολουθώντας την πορεία της τις προθέσεις του, εντούτοις εκείνη είχε γίνει άφαντη.
Αντίθετα εκεί που υπέθετε οτι θα τη συναντούσε, εμφανίστηκε μεσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Δίας. Η έκπληξη του Προμηθέα ήταν τέτοια που έμεινε άφωνος μπροστά στο θεό και πατέρα του και δεν προσπάθησε καν να δικαιολογηθεί για τις βλάσφημες πράξεις του. Ο Δίας που πλέον είχε απαλαγεί απο τη μεταμόρφωση της θνητής, είχε αποδείξει οτι ο Προμηθέας ήταν ανάξιος της εμπιστοσύνης του. Με την πρώτη ευκαιρία είχε υποπέσει στην αμαρτία της λαγνείας μιας θνητής και της βλασφημίας να μοιραστεί τη φωτιά στο βωμό των ορέξεων του. Έτσι τον καταδίκασε να καρφωθεί στο βράχο και να κατατρώγεται απο τα όρνεα.
Βλέπετε, ο Δίας δεν έπαιρνε αψήφιστα τον ανταγωνισμό, μόνο εκείνος σα θεός είχε το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα να επιδίδεται στο κυνήγι της θνητής και όχι μόνο σάρκας. Όπως ίσως γνωρίζετε, το τέλος του Προμηθέα άργησε να έρθει, αλλά οι άνθρωποι πλέον σα μάρτυρες της πράξης του ήξεραν πως να ανάβουν φωτιά και να προκαλούν την οργή του Δία, που την εξέφραζε με τους κεραυνούς του. Αλλά είχαν μάθει να προφυλάσονται πλέον χάρη στη φωτιά απο τους κεραυνούς και το κρύο. Όπως επίσης είχαν μάθει οτι την πορεία του Εκλεκτού απο εκείνη του αμαρτωλού, τη χωρίζει μια λεπτή γραμμή ισορροπίας ανάμεσα στο μύθο και την αλήθεια, ανάμεσα στη αρετή και την αμαρτία.
‘Οταν πλέον κτλυπησε το κουδούνι θυμόμουν τα λόγια με τα οποία έκλεισε την ιστορία σαν επιμύθιο ο καθηγητής λέγωντας οτι ήταν ο Κλήμης, που οδήγησε το μύθο στο τέλος του, ευχαριστεί εσάς για την προσοχή και ευχαρίστως δέχεται τη δική σας ευγνωμοσύνη για τον κόπο που του κόστισε το έργο αυτό. Και ουδείς απ’όσους απόλαυσαν αυτή την ιστορία να μη βιαστεί να βγάλει πλανερό δίδαγμα και να σκεφτεί οτι τελικά η αμαρτία είναι πράγμα ελαφρύ. Να φυλαχτεί και να μη μονολογήσει: «Γίνου ανέμελα κι εσύ λάγνος και βλάσφημος. Αφού με αυτούς εδώ κατέληξαν όλα τόσο ανώδυνα, πώς είναι δυνατόν να χαθείς εσυ;» Αυτά ειναι ψίθυροι του Διαβόλου. Ζήστε πρώτα δεκαεπτά χρόνια πάνω σε μια πέτρα, υποβιβασμένοι σε κατώτερο ζώο, λούζετε τους ανήμπορους για είκοσι χρόνια και θα δείτε αστείο! Σοφό όμως είναι βέβαια να αντικρύζει κανείς τον αμαρτωλό ως επίδοξο Εκλεκτό, κι είναι σοφό επίσης και για τον ίδιο τον αμαρτωλό.Διότι η ιδέα της πιθανής εκλογής του μπορεί να τον αξιώσει και να κάνει το αμάρτημα του γόνιμο, ώστε να τον αναβιβάσει σε ψηλά πετάγματα.
Σε ανταμοιβή της προειδοποίησης και της συμβουλής μου σας ζητώ για χάρη να με συμπεριλάβετε στις δεήσεις σας, ώστε όλοι, μαζί κι εκείνοι για τους οποίους σας μίλησα να ανταμώσουμε πάλι κάποτε στον παράδεισο.
Valete


Σχόλια