Κικιρίκου!
Κικιρίκου. Όχι δεν προμηνύω κοκορομαχίες. Δεν είμαι η λαλιά του κόκορα. Θα μπορούσα βέβαια να είμαι η φωνή της χαμένης αθωότητας κάποιων. Αν σε κάποιους άλλους θυμίζω το αλλού τα κακαρίσματα και αλλού γεννούν οι κότες, έχουν πέσει έξω! Είμαι πολύ απλά ένα παλιό παιχνίδι. Ομαδικό μεν, αλλά όχι επιτραπέζιο. Οι κανόνες μου δεν είναι καταγεγραμμένοι σε χαρτί. Και δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είμαι ευρέως διαδεδομένο. Αυτό οφείλεται στ’οτι μάλλον είμαι παιχνίδι προς εξαφάνιση, όπως και μερικά είδη ζώων. Βλέπετε, όπως και εκείνα έτσι και στην περίπτωση μου, το αστικό περιβάλλον δεν ευνοεί την ύπαρξη μας. Ας προσπαθήσω να αποσαφηνίσω τι εννοώ. Πιο συγκεκριμένα, είμαι ένα παιχνίδι που παιζόταν σε πυλωτές. Και επειδή ακριβώς σήμερα οι πυλωτές προορίζονται ως επί το πλείστον σε χώρους που διατίθενται για ανοιχτό πάρκιν έναντι αξιοσέβαστου ποσού, έτσι κι εγώ θυσιάστηκα στο βωμό του κέρδους του κατασκευαστή.
Για να με παίξουν, λοιπόν το κυριότερο συστατικό που χρειαζόταν ήταν η φαντασία! Τόσο του αρχιτέκτονα ως προς την κατασκευή της πολυκατοικίας, όσο και των παικτών.
Οι κανόνες μου ήταν ευμετάβλητοι. Καταρχήν δεν υπήρχε περιορισμός ως προς τον αριθμό των παικτών. Αντίθετα, όσο περισσότεροι συμμετέχουν, τόσο πιο διασκεδαστικό γίνομαι. Θυμάμαι, καλούσαν παιδιά από άλλες πολυκατοικίες, μόνο και μόνο για να γελάσουν πιο πολύ. Επίσης, δεν απευθυνόμουν σε συγκεκριμένη ηλικία ή φύλλο. Τυχαία επιλεγόταν ο αρχηγός και το σημείο αφετηρίας. Ο μόνος περιορισμός μου ήταν ο εξής ένας: ο,τι ακριβώς έκανε ο αρχηγός, έπρεπε να κάνουν και οι ακόλουθοι του. Σε περίπτωση που κάποιος από τους επόμενους αποτύγχανε να πατήσει στα ίδια ακριβώς βήματα, να κυλιστεί στις ίδιες λάσπες, να αγκαλιάσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τις κολώνες, να περπατήσει με τα χέρια, να βγάλει τις ίδιες ιαχές και με το ίδιο τέμπο, έμπαινε αυτομάτως στο τέλος και αν σε τρεις ενότητες μου, ήταν το ίδιο άτομο στο τέλος άκουγε τρία κικιρίκου και έβγαινε από μένα. Το κικιρίκου σαν έκφραση ήταν δηλαδή προειδοποίηση. Κικιρίκου φώναζε όποιος θεωρούσε ότι ο άλλος δεν έκανε σωστά τη μίμηση του αρχηγού. Τότε αυτός που προκάλεσε και εκείνος που προκλήθηκε έπρεπε να ξαναεκτελέσουν τη κίνηση του αρχηγού, έχοντας όλα τα μάτια στραμμένα πάνω τους. Φαντάζεστε, τα σχόλια που ακούγονταν τότε ακριβώς για να χαθεί η αυτοσυγκέντρωση τους να κάνουν λάθος, να γλιστρήσουν, να μπερδευτούν και να πέσουν! Αν πάλι όλοι κατάφερναν να μιμηθούν τον αρχηγό χωρίς λάθος, τότε εκείνος παραχωρούσε τη σειρά του στον αμέσως επόμενο παίκτη, που έλπιζαν όλοι να είχε περισσότερη τόλμη και φαντασία!
Όπως καταλαβαίνετε, ήταν πολύ βασικό να έχουν οι συμμετέχοντες γερά παπούτσια, ευλυγισία και διάθεση να γδαρθούν γιατί οι περισσότερες κολώνες ήταν σαγρέ και να βρουν αυτό που οι άλλοι δε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν εύκολα.
Ιδιαίτερα μου άρεσε όταν όλοι εξακολουθούσαν να με παίζουν, ακόμα και όταν έπαιρνε να νυχτώνει, κανείς δεν κατέθετε τα όπλα, γιατί νικητής έβγαινε ο τελευταίος που κατάφερνε να μείνει στο παιχνίδι χωρίς να κάνει λάθος παρά τις τρικλοποδιές που μπαίνανε και τα σπρωξίματα που πέφτανε και τις μόνιμές προκλήσεις και φυσικά τα σχετικά παράπονα που ακούγονταν. Το μόνο που μου την έσπαγε ήταν οι μαμάδες που φώναζαν πως δε θα άφηναν τα παιδιά τους να με παίξουν ξανά είτε γιατί λέρωσαν ή τρύπησαν τα ρούχα τους, ή δε διάβασαν τα μαθήματα τους στη φούρια να παίξουν.
Φυσικά θα διαπιστώσατε ότι αναφέρομαι μάλλον σε άλλη εποχή που τότε τα παιδιά δεν έβλεπαν πολύ τηλεόραση και ακόμα δεν είχε λάμψει το άστρο του ατάρι και των άλλων ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Τότε που τα παιδιά δεν ήταν κλεισμένα στους τοίχους του σπιτιού τους και στην οθόνη του υπολογιστή τους. Τότε που τα παιδιά έπαιζαν, γέλαγαν, συνεργαζόντουσαν, δε φοβόντουσαν, επικοινωνούσαν δια ζώσης και είχαν άλλη νοοτροπία πιο ομαδική.
Πολλοί λένε ότι τώρα δε θα μπορούσα να υπάρξω γιατί έχουν αλλάξει οι εποχές και τα παιδιά δε γοητεύονται από παιχνίδια δραστηριοτήτων εκτός σπιτιού. Οι γονείς φοβούνται να τα αφήσουν χωρίς επίβλεψη, άσε που τα παιδιά τώρα είναι συνεχώς απασχολημένα από μαθήματα, ιδιαίτερα και χόμπι άλλα στα κομπιούτερ και τις κονσόλες τους. Οπότε λογικό είναι ή να μη με έχετε ακουστά, ή να με έχετε ξεχάσει. Αρκεί που κάποτε με έπαιζαν κάποια παιδιά και ήμουν το αγαπημένο τους παιχνίδι σε τέτοιο βαθμό που τώρα να με θυμάται σαν το πιο αγαπημένο της η ανιψιά της βιονικής γυναίκας..!
Για να με παίξουν, λοιπόν το κυριότερο συστατικό που χρειαζόταν ήταν η φαντασία! Τόσο του αρχιτέκτονα ως προς την κατασκευή της πολυκατοικίας, όσο και των παικτών.
Οι κανόνες μου ήταν ευμετάβλητοι. Καταρχήν δεν υπήρχε περιορισμός ως προς τον αριθμό των παικτών. Αντίθετα, όσο περισσότεροι συμμετέχουν, τόσο πιο διασκεδαστικό γίνομαι. Θυμάμαι, καλούσαν παιδιά από άλλες πολυκατοικίες, μόνο και μόνο για να γελάσουν πιο πολύ. Επίσης, δεν απευθυνόμουν σε συγκεκριμένη ηλικία ή φύλλο. Τυχαία επιλεγόταν ο αρχηγός και το σημείο αφετηρίας. Ο μόνος περιορισμός μου ήταν ο εξής ένας: ο,τι ακριβώς έκανε ο αρχηγός, έπρεπε να κάνουν και οι ακόλουθοι του. Σε περίπτωση που κάποιος από τους επόμενους αποτύγχανε να πατήσει στα ίδια ακριβώς βήματα, να κυλιστεί στις ίδιες λάσπες, να αγκαλιάσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τις κολώνες, να περπατήσει με τα χέρια, να βγάλει τις ίδιες ιαχές και με το ίδιο τέμπο, έμπαινε αυτομάτως στο τέλος και αν σε τρεις ενότητες μου, ήταν το ίδιο άτομο στο τέλος άκουγε τρία κικιρίκου και έβγαινε από μένα. Το κικιρίκου σαν έκφραση ήταν δηλαδή προειδοποίηση. Κικιρίκου φώναζε όποιος θεωρούσε ότι ο άλλος δεν έκανε σωστά τη μίμηση του αρχηγού. Τότε αυτός που προκάλεσε και εκείνος που προκλήθηκε έπρεπε να ξαναεκτελέσουν τη κίνηση του αρχηγού, έχοντας όλα τα μάτια στραμμένα πάνω τους. Φαντάζεστε, τα σχόλια που ακούγονταν τότε ακριβώς για να χαθεί η αυτοσυγκέντρωση τους να κάνουν λάθος, να γλιστρήσουν, να μπερδευτούν και να πέσουν! Αν πάλι όλοι κατάφερναν να μιμηθούν τον αρχηγό χωρίς λάθος, τότε εκείνος παραχωρούσε τη σειρά του στον αμέσως επόμενο παίκτη, που έλπιζαν όλοι να είχε περισσότερη τόλμη και φαντασία!
Όπως καταλαβαίνετε, ήταν πολύ βασικό να έχουν οι συμμετέχοντες γερά παπούτσια, ευλυγισία και διάθεση να γδαρθούν γιατί οι περισσότερες κολώνες ήταν σαγρέ και να βρουν αυτό που οι άλλοι δε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν εύκολα.
Ιδιαίτερα μου άρεσε όταν όλοι εξακολουθούσαν να με παίζουν, ακόμα και όταν έπαιρνε να νυχτώνει, κανείς δεν κατέθετε τα όπλα, γιατί νικητής έβγαινε ο τελευταίος που κατάφερνε να μείνει στο παιχνίδι χωρίς να κάνει λάθος παρά τις τρικλοποδιές που μπαίνανε και τα σπρωξίματα που πέφτανε και τις μόνιμές προκλήσεις και φυσικά τα σχετικά παράπονα που ακούγονταν. Το μόνο που μου την έσπαγε ήταν οι μαμάδες που φώναζαν πως δε θα άφηναν τα παιδιά τους να με παίξουν ξανά είτε γιατί λέρωσαν ή τρύπησαν τα ρούχα τους, ή δε διάβασαν τα μαθήματα τους στη φούρια να παίξουν.
Φυσικά θα διαπιστώσατε ότι αναφέρομαι μάλλον σε άλλη εποχή που τότε τα παιδιά δεν έβλεπαν πολύ τηλεόραση και ακόμα δεν είχε λάμψει το άστρο του ατάρι και των άλλων ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Τότε που τα παιδιά δεν ήταν κλεισμένα στους τοίχους του σπιτιού τους και στην οθόνη του υπολογιστή τους. Τότε που τα παιδιά έπαιζαν, γέλαγαν, συνεργαζόντουσαν, δε φοβόντουσαν, επικοινωνούσαν δια ζώσης και είχαν άλλη νοοτροπία πιο ομαδική.
Πολλοί λένε ότι τώρα δε θα μπορούσα να υπάρξω γιατί έχουν αλλάξει οι εποχές και τα παιδιά δε γοητεύονται από παιχνίδια δραστηριοτήτων εκτός σπιτιού. Οι γονείς φοβούνται να τα αφήσουν χωρίς επίβλεψη, άσε που τα παιδιά τώρα είναι συνεχώς απασχολημένα από μαθήματα, ιδιαίτερα και χόμπι άλλα στα κομπιούτερ και τις κονσόλες τους. Οπότε λογικό είναι ή να μη με έχετε ακουστά, ή να με έχετε ξεχάσει. Αρκεί που κάποτε με έπαιζαν κάποια παιδιά και ήμουν το αγαπημένο τους παιχνίδι σε τέτοιο βαθμό που τώρα να με θυμάται σαν το πιο αγαπημένο της η ανιψιά της βιονικής γυναίκας..!


Σχόλια