Ξαπλωμένος στο σκοτάδι, τα μάτια κλειστά εσυ βλέπεις τη σκηνή.Τί βλέπεις; Τί ακούς;
Πιέζω τα μάτια μου να ανοίξουν και αυτά δε με ακούν. Τα μάτια της ψυχής μου με αγνοούν. Μένουν κλειστά θέλοντας να ανταμώσουν χρώματα που πηγάζουν μέσα απο όνειρα που τρίζουν και τρεκλίζουν. Θα ήπιαν πάλι. Κρασί της λήθης, απο αυτό της καθημερινότητας. Μου κράτησες μιά μπουκάλα και εγώ τη κατέβασα μονορούφι. Γεύση μούχλας φτάνει στο στόμα μου...σα μισοτελειωμένη μπουκιά ροκφόρ. Παστή μούχλα με κερδίζει. Κατέβαινα τη Σοφοκλέους και σκεφτόμουν τη δόξα της σοφίας που δε θα απαντούσα πια. Μια κιτρινίλα εκτυφλωτική πλημμυρίζει και εμποδίζει κάθε νοητό μου βήμα. Τα μαγαζιά των αράβων δεξιά, international calls, dvd και ναργιλέδες.Το μαγαζί με τα μπαχάρια αριστερά. Αρώματα και βότανα βρέχουν και τρέχουν καταμεσίς του δρόμου. Άγνωστες φάτσες πιο μάυρες και απο την άσφαλτο που πάνω της σέρνονται και κατρακυλάνε, πιο μαύρες και απο το βάρος της ψυχής. Έβρεχε χθές επιθυμίες και όνειρα κι εγώ δεν είχα ομπρέλα πάρει. Κι εσύ δε μοιραζόσουν τη δικιά σου, ούτε μέχρι το φανάρι. Κι εγώ λίγο πιο δεξιά απο την πλατεία Θεάτρου πρωταγωνιστώ στο ρέκβιεμ του εφιάλτη μου. Οι προβολείς του αυτοκινήτου που πέρναγε απέναντι με τύφλωσαν, καθώς τους αντίκρυσα μέσα απο τη λακούβα με τα λασπόνερα που με περιέχει. Με κυκλώνουν τα νερά σα δαχτυλίδια. Κι εγώ με κλειστά μάτια δε, ψάχνω. Χαμένος στη δικαιολογία. Χωμένος στη γωνία της ίδιας αγωνίας. Έξω απο τον οκανα σχεδόν, χέρια δεκάδες χέρια. Δε με αγγίζουν. Δε με ακουμπάνε. Με ξεσκίζουν. Με κομματιάζουν οι φωνές τους. Με ακινητοποιούν. Κλειστά. Δε ξέρω πότε θα ανοίξουν και αν ποτέ. Δε δέχονται. Απουσιάζουν. Και ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή με συνθλίβει. Θλίψη και γκρίζο που με καταπίνει. Ένα γιατί το όνειρο που πρόδοσες ζωή. Το φανάρι πρέπει να είναι πράσινο. Μα με κλειστά μάτια, δεν έχω αίσθηση. Δε φεύγω. Είσαι το σκοτάδι που με ξέβρασε. Με χώρισε.Με ένωσε και με αποτελείωσε για να ξαναρχίσω απο το τέλος. Πάζλ οι σκέψεις και αν μουσκέψεις απο τα όνειρα κάνε ταμείο. Εμείς οι δύο. Στη θάλασσα που χάλασα, στο τοπίο κάνει κρύο, στο κύμα που με κατακλύζει θα χωρίς μέλλον, χωρίς παρελθόν, χωρίς γενικώς. Τα μάτια ανοίγω. Το σκοινί κόβω. Κουράγιο ψυχή μου μη μ’ ακολουθείς. Απλά γίνε ο χάρτης και ο οδηγός μου.
Tinataz40
Tinataz40


Σχόλια