@ελισάβετ

Το καφέ ξύλο και το σκοτάδι κυριαρχεί. Μυρωδιές κλεισούρας, μούχλας, υγρασίας και ξύλου ανακατεμένες. Τα πατζούρια είναι κλειστά. Τρεμοφέγγουν οι ακτίνες του ήλιου που σαν αποπροσανατολισμένος δραπέτης ξεγλυστρά μέσα, αντι για έξω.
Με μια βιαστική ματιά παρατηρώ τις αντανακλάσεις που κάνουν πάνω στο καθρέφτη. Τρύπες διαδοχικές και παράλληλες σε οριζόντια διάταξη προσπαθούν μάταια να γίνουν ενιαία γραμμή φωτός. Να διαπεράσουν και να ξεσκίσουν το σκοτάδι. Σίγουρα αν είχα χρόνο θα μετρούσα πάνω απο εκατό μιροσκοπικά σκοτεινά κενά, όσα και τα χρόνια της μοναξιάς. Μέσα τους θα μπορούσα να βουτήξω και ποτέ να μη βγώ στην επιφάνεια, στην άλλη πλευρά. Έτσι θα ζούσα τον εφιάλτη μου, παγιδευμένος αντικατοπτρισμος μέσα σε καθρέφτη μεγάλων και αμέτρητων προσδοκιών.
Δεν είναι καθρέφτης κολημένος με σιλικόνη κόντρα στο τοίχο, ή στο ξύλινο φύλο της ανοιγμένης ντουλάπας. Αλλά είναι ένας παλιός καθρέφτης παγιδευμένος μέσα σ’ένα μασίφ ξύλινο πλαίσιο καρυδιάς. Το λευκό σεντόνι που τον κάλυπτε, έχει κυλήσει στη βάση του. Η ατμόσφαιρα όμως εξακολουθεί να είναι ίδια, τόσο βαριά σα σπασμένο στα δύο κεραμύδι τρύπιας σκεπής πεσμένο σε σάπιο ξύλινο πάτωμα. Στα μάτια πήρε τουλάχιστον δύο λεπτά να συνηθίσουν το σκοτάδι και τα νέα δεδομένα. Όσο ακριβώς χρειάστηκε το μυαλό να σκεφτεί: «Γιατί ανέβηκα πάλι σ’αυτή τη σοφίτα; Πόσα χρόνια έχουν περάσει; Γιατί μου ξυπνάς αυτούς τους εφιάλτες; Σε μισώ!!»
-Κι εγώ σε μισώ που αγαπάς την αντανάκλαση μου. Μισώ τα πόδια που περπάτουν και κάθε τους βήμα σε φέρνει πιο κοντά. Μισώ το σώμα που στέκεται απέναντι μου. Μισώ τη μάζα που υψώνεται ανάμεσα στα τόσα κενά που δε τη διαπερνάνε. Δε τρυπιέται απο αυτά. Μισώ το κεφάλι που σε κάθε του κίνηση δε τα περιορίζει. Μισώ τα μάτια που ζητούν την επιβράβευσή μου. Ολόκληρο το είναι μου που πάλεται απο μία ακατανίκητη επιθυμία να σπάσω σε ανάλογα κομμάτια. Θρύψαλα. Να μη φαίνονται τα κενά, να μην αντανακλώ, να μη βλέπω εφιάλτες. Να βλέπω μόνο την άλλη πλευρά.
-Τί είναι στην άλλη πλευρά εκτός απο εμένα. Ποιά είναι η άλλη μου πλευρά; Πώς θα ενωθώ με το ειδωλό μου; Στο μυαλό μου έρχεται το παιχνίδι με τις τελείες, που ενώνεις τις γραμμές ακολουθώντας τις τελείες και σχηματίζεται μια εικόνα. Αυτή η εικόνα είναι ο καθρέφτης. Αυτή ειναι το είδωλό. Αυτή είναι η φυλακή.
Φυλακισμένες εντυπώσεις μιας ατελείωτης και αγωνιώδους ακροβασίας ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται, σε αυτό που είναι, και σε αυτό που θά’θελε να είναι. Τα μάτια αποπλανούν και παραπλανούν. Ίσως επειδή λειτουργούν υπο περιορισμό. Κατ’οίκον. Καθ’ομοίωση. Κατ’επιλογή. Κατά παράβαση. Καθήκον.
-Σε αυτά τα όρια ζώ. Για την ακρίβεια επιβιώνω. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γιατι ουσιαστικά, στην πράξη δε ζώ. Όπως δεν έζησα ποτέ. Ο αντικατοπτρισμός της σκιάς μου ίσως Και αυτός ακόμα αποσπασματικά και στιγμιαία αποστάτησε του ειδώλου και βρέθηκε να αποτελεί μέρος ενος συστήματος πέρα και πάνω απο αυτόν. Σαν ιστός αράχνης τυλίχθηκε γύρω του το διάφανο πλέγμα της καθημερινότητας. Αδηφάγα, αδιάφορη, ανελέητη και εικονολάτρα του καλιέργησε αντιλήψεις δυνατοτήτων και προοπτικών με μοναδικό σκοπό ξεγελώντας τον να κάνει την πτώση του ακόμα πιο τραγική. Αλλά αυτή είναι η μοίρα των αποστατών!
Το λευκό σεντόνι, τα κλάματα αν τυχόν υπάρξουν και αυτή η λήθη για το σύντομο πέρασμα. Τώρα που ήρθε η ώρα της επιστροφής του ασώτου, θέλω απελπισμένα να τον καταδικάσω σε μια νέα ποινή για αυτή του την ανομία. Να μη με βρεί εδώ. Όσο και αν προσπαθήσει να καθρεφτιστεί και να ψάξει για το είναι του, αυτο θα απέχει, θα απουσιάζει. Όλα τα πράγματα που πλήρωσε για να γεμίσει τα κενά της ψυχής του θα είναι εδώ και θα τον εκδικούνται έχωντας μείνει πίσω. Αλλά το εγώ του δε θα είναι εδώ, θα μείνει για πάντα μισός και λειψός. Δε στάθηκε ποτέ στο ύψος μου. Δε κίνησε ποτέ τα ίδια μέλη. Αμέλησε τον εαυτό του. Δε συναισθάνθηκε. Παρατήρησε πως κοιτά με απόγνωση μέσα μου και δε με βλέπει. Αυτή είναι η εκδίκηση του καθρέφτη. Δεν υπάρχει χρόνος. Όσο και αν προσπαθεί να με διακρίνει δε θα τα καταφέρει. Δεν πιστεύει στα μάτια του. Ψαχνει για τη σανίδα σωτηρίας του, το φώς.
-Δε μπορώ να διακρίνω τίποτα μέσα σε αυτό το σκοτάδι, ούτε τη μύτη μου. Θα ανοίξω τα πατζούρια να μπεί φώς, να αλλάξει και ο αποπνικτικός αέρας. Λίγο ακόμα και αισθάνομαι νεκρός εδώ μέσα.
-Καθώς ξεμανταλώνει και σπρώχνει η σκιά μου αργά ένα ένα τα φύλα να ανοίξουν και μπαίνει το φώς ραγίζω. Αυλακωμένες συνεχόμενες και αδιάσπαστες χαρακιές θα έλεγες οτι είναι οι ακτίνες που με διαπερνάνε. Φώς, ο ήλιος με μαστιγώνει. Δε σαστίζω. Αφήνομαι. Δεν υπάρχουν πιά κενά. Ούτε καν το δικό σου. Ωσπου να γυρίσεις να με κοιτάξεις σπάω με μια εκωφαντική κραυγή χαράς στα κομμάτια μου, όπως μου το υποσχέθηκα. Και εσύ μένεις πίσω, άχρωμος, άυλος στην ανυπαρξία. Αυτό είναι το δώρο μου. Δεν υπάρχει πια η φυλακή. Δεν υπάρχω. Αλλά ούτε και εσύ.
– Μόνο η σκέψη μας!

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
... και ο τίτλος του 'μια φυλακή στον καθρέφτη'

κειμενάκι ...ως 60 λέξεις


Ο 1ος -Τον σκότωσες;

Ο 2ος -Οχι εγώ. Ηδονίζομαι στο τίναγμα του χεριού του στο ύψος της σκέψ…

Ο 3ος -Θα το κάνω εγώ, για τον κακομοί…

Ο 1ος -Οοοοχιιιιιι!!!, εγώ τον αγαπ…

Ο 4ος -Χα! Για να σας δω τώρα, που σβήσατε στο αίμα μου, ραγίσματα στον καθρέφτη που κοιτάζω, παλιοπ…

...το αποθηκεύω
...το κάνω σπάνια

...θα προσπαθήσω να ...γράψω
...αν μπορέσω κάτι ανάλογο...

θα μπαίνω να διαβάζω...
με τον καιρό...
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
πού είναι το αερικό;
καλημέρα,

ελισάβετ

Δημοφιλείς αναρτήσεις